Δημοσιεύματα
Κριτική / «Η φόνισσα», του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στο Θέατρο Τ: Κατάδυση στο ψήλωμα του νου
Τὰ κορίτσια τῆς τάξεως ταύτης εἶναι τὰ μόνα ἑφτάψυχα! Φαίνονται ὡς νὰ πληθύνωνται ἐπίτηδες, διὰ νὰ κολάζουν τοὺς γονεῖς των, ἀπ` αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη.Ἂ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, «ψηλώνει ὁ νοῦς του»! Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη γραμμένη το 1903 θεωρείται ίσως το πιο επιτυχημένο έργο του συγγραφέα, το οποίο συνεχίζει να σαγηνεύει όλο και περισσότερους αναγνώστες και δημιουργούς. Χαρακτηρισμένο από τον ίδιο ως ‘’κοινωνικό μυθιστόρημα’’ αποτελεί μία νουβέλα με κεντρικό πρόσωπο την Χαδούλα, τη Φόνισσα, η οποία, έχοντας πάρει τον συνήθη για τις γυναίκες της εποχής της χαρακτηρισμό από το όνομα του άντρα της, είναι πλέον η Φραγκογιαννού. Σε μία από τις πιο ανατριχιαστικές νατουραλιστικές του καταγραφές ο Παπαδιαμάντης μας αφηγείται την ιστορία ‘’της τάλαινας γυνής’’, η οποία υποχρεωμένη να υπομένει τα βάσανα που όριζε το φύλο και η εποχή της, διαδέχεται τους δουλικούς ρόλους της κόρης, της συζύγου, της μάνας και στη συνέχεια, της ‘’πενθεράς’’ και ‘’μάμμης’’. Αυτή είναι μία ατέλειωτη σειρά από βάρη που ωθούν την Φραγκογιαννού στη βαθιά συνειδητοποίηση της τραγικής μοίρας της γυναικός και τη γεμίζουν οργή για την αδικία που είναι υποχρεωμένη να επωμίζεται. Σε μια προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης ή και επανάστασης στον φαύλο κύκλο του γυναικείου ριζικού, αυτό που με τα λόγια του συγγραφέα συνεπάγεται το ‘’ψήλωμα του νου’’, η ‘’γραία’’ -55 ετών- ‘’Χαδούλα’’ επιχειρεί το ‘’έγκλημα’, μία σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών, για να απαλλάξει από το βάρος της μοίρας τους αυτά και τους γονείς τους. Η υποψία για την ενοχή της οδηγεί στην δίωξη της, η οποία συνεχίζεται μέχρις ότου φτάσει στην παραλία επιθυμώντας να περάσει στο ερημητήριο του Αγίου Σώστη, όπου και βρίσκει τον θάνατο από πνιγμό «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, την επιλογή αποσπασμάτων του οποίου επιμελήθηκε ο Νικηφόρος Παπανδρέου μαζί με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Πάνο Δεληνικόπουλο, η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» μας παρουσιάζει τη Φόνισσα σε μία από τις ξεχωριστές δουλειές της στο ατμοσφαιρικό θέατρο Τ. Πέντε γυναίκες –Σοφία Βούλγαρη, Έλσα Καρακασίδου, Ζωή Λαζαριώτου, Αρετή Πολυμενίδη– και στον ρόλο της Φραγκογιαννούς η Έφη Σταμούλη, μας αφηγούνται και αναπαριστούν συγχρόνως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Δεν πρόκειται για κάποια θεατρική προσαρμογή του κειμένου, αλλά για μία παράσταση, η οποία, μάλλον, υπογραμμίζει την αφήγηση. Ο Πάνος Δεληνικόπουλος με μία ομάδα αξιόλογων συντελεστών έβαλε ένα μεγάλο στοίχημα και ομολογουμένως το πέτυχε χωρίς να παραδώσει ένα αλλοιωμένο αποτέλεσμα, αλλά ούτε και μία απλή αφήγηση επεισοδίων. Η επιλογή της παράλληλης και διαδοχικής αφήγησης, αν και αρχικά μπορεί να αποσπάσει κάπως τον θεατή στην προσπάθειά του να συγκεντρωθεί στον ιδιαίτερο παπαδιαμαντικό λόγο του σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου, σύντομα τον παρασύρει στην ροή της μεταφέροντάς τον κάπου ‘’στους πρόποδες του βουνού’’. Όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης, στο σημείωμα του ιδιαίτερα επιμελημένου προγράμματος, «η Φόνισσα αν την ακούσει κανείς προσεκτικά δεν ηχεί σα μία φωνή, αλλά μάλλον σαν χορός». Ακριβώς αυτήν την αντήχηση της φωνής της Χαδούλας μέσα από μία σειρά γυναικών, που πιθανώς να συμβολίζουν τις διάφορες γενεές-στάδια την ζωή μιας γυναίκας, αλλά και τα τέσσερα κορίτσια που πνίγει η Φραγκογιαννού, εισπράττει ο θεατής! Τα κοστούμια (κατασκευή: Δέσποινα Γωνιάδου) λιτά και τονίζοντας με τις μακριές φαρδιές φούστες την θέση των γυναικών, καθως και το σκηνικό (κατασκευή Γιώργος Μαυρόπουλος) με τα μπαούλα με τα πανιά να ξεχωρίζουν και να χρησιμεύουν άλλοτε σαν συμβολισμός της προίκας κι άλλοτε, σαν τα βουνά ή τα εμπόδια που συναντά η Φραγκογιαννού, σχεδιαμένα πολύ εύστοχα από τη Μαρία Καραδελόγλου και τη Σοφία Τσιριγώτη μας δημιουργούν μία αίσθηση ότι αγναντεύουμε το μπλε της Σκιάθου. Τὰ κορίτσια τῆς τάξεως ταύτης εἶναι τὰ μόνα ἑφτάψυχα! Φαίνονται ὡς νὰ πληθύνωνται ἐπίτηδες, διὰ νὰ κολάζουν τοὺς γονεῖς των, ἀπ` αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη.Ἂ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, «ψηλώνει ὁ νοῦς του»! Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη γραμμένη το 1903 θεωρείται ίσως το πιο επιτυχημένο έργο του συγγραφέα, το οποίο συνεχίζει να σαγηνεύει όλο και περισσότερους αναγνώστες και δημιουργούς. Χαρακτηρισμένο από τον ίδιο ως ‘’κοινωνικό μυθιστόρημα’’ αποτελεί μία νουβέλα με κεντρικό πρόσωπο την Χαδούλα, τη Φόνισσα, η οποία, έχοντας πάρει τον συνήθη για τις γυναίκες της εποχής της χαρακτηρισμό από το όνομα του άντρα της, είναι πλέον η Φραγκογιαννού. Σε μία από τις πιο ανατριχιαστικές νατουραλιστικές του καταγραφές ο Παπαδιαμάντης μας αφηγείται την ιστορία ‘’της τάλαινας γυνής’’, η οποία υποχρεωμένη να υπομένει τα βάσανα που όριζε το φύλο και η εποχή της, διαδέχεται τους δουλικούς ρόλους της κόρης, της συζύγου, της μάνας και στη συνέχεια, της ‘’πενθεράς’’ και ‘’μάμμης’’. Αυτή είναι μία ατέλειωτη σειρά από βάρη που ωθούν την Φραγκογιαννού στη βαθιά συνειδητοποίηση της τραγικής μοίρας της γυναικός και τη γεμίζουν οργή για την αδικία που είναι υποχρεωμένη να επωμίζεται. Σε μια προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης ή και επανάστασης στον φαύλο κύκλο του γυναικείου ριζικού, αυτό που με τα λόγια του συγγραφέα συνεπάγεται το ‘’ψήλωμα του νου’’, η ‘’γραία’’ -55 ετών- ‘’Χαδούλα’’ επιχειρεί το ‘’έγκλημα’, μία σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών, για να απαλλάξει από το βάρος της μοίρας τους αυτά και τους γονείς τους. Η υποψία για την ενοχή της οδηγεί στην δίωξη της, η οποία συνεχίζεται μέχρις ότου φτάσει στην παραλία επιθυμώντας να περάσει στο ερημητήριο του Αγίου Σώστη, όπου και βρίσκει τον θάνατο από πνιγμό «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, την επιλογή αποσπασμάτων του οποίου επιμελήθηκε ο Νικηφόρος Παπανδρέου μαζί με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Πάνο Δεληνικόπουλο, η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» μας παρουσιάζει τη Φόνισσα σε μία από τις ξεχωριστές δουλειές της στο ατμοσφαιρικό θέατρο Τ. Πέντε γυναίκες –Σοφία Βούλγαρη, Έλσα Καρακασίδου, Ζωή Λαζαριώτου, Αρετή Πολυμενίδη– και στον ρόλο της Φραγκογιαννούς η Έφη Σταμούλη, μας αφηγούνται και αναπαριστούν συγχρόνως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Δεν πρόκειται για κάποια θεατρική προσαρμογή του κειμένου, αλλά για μία παράσταση, η οποία, μάλλον, υπογραμμίζει την αφήγηση. Ο Πάνος Δεληνικόπουλος με μία ομάδα αξιόλογων συντελεστών έβαλε ένα μεγάλο στοίχημα και ομολογουμένως το πέτυχε χωρίς να παραδώσει ένα αλλοιωμένο αποτέλεσμα, αλλά ούτε και μία απλή αφήγηση επεισοδίων. Η επιλογή της παράλληλης και διαδοχικής αφήγησης, αν και αρχικά μπορεί να αποσπάσει κάπως τον θεατή στην προσπάθειά του να συγκεντρωθεί στον ιδιαίτερο παπαδιαμαντικό λόγο του σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου, σύντομα τον παρασύρει στην ροή της μεταφέροντάς τον κάπου ‘’στους πρόποδες του βουνού’’. Όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης, στο σημείωμα του ιδιαίτερα επιμελημένου προγράμματος, «η Φόνισσα αν την ακούσει κανείς προσεκτικά δεν ηχεί σα μία φωνή, αλλά μάλλον σαν χορός». Ακριβώς αυτήν την αντήχηση της φωνής της Χαδούλας μέσα από μία σειρά γυναικών, που πιθανώς να συμβολίζουν τις διάφορες γενεές-στάδια την ζωή μιας γυναίκας, αλλά και τα τέσσερα κορίτσια που πνίγει η Φραγκογιαννού, εισπράττει ο θεατής! Τα κοστούμια (κατασκευή: Δέσποινα Γωνιάδου) λιτά και τονίζοντας με τις μακριές φαρδιές φούστες την θέση των γυναικών, καθως και το σκηνικό (κατασκευή Γιώργος Μαυρόπουλος) με τα μπαούλα με τα πανιά να ξεχωρίζουν και να χρησιμεύουν άλλοτε σαν συμβολισμός της προίκας κι άλλοτε, σαν τα βουνά ή τα εμπόδια που συναντά η Φραγκογιαννού, σχεδιαμένα πολύ εύστοχα από τη Μαρία Καραδελόγλου και τη Σοφία Τσιριγώτη μας δημιουργούν μία αίσθηση ότι αγναντεύουμε το μπλε της Σκιάθου.Στοιχεία δημοσιεύματος
Συντάκτης: Δανάη Παπαδοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 04.06.2019
Δημοσιεύματα
Χριστίνα Χατζηβασιλείου: Τα μεγάλα ερωτικά πάθη δε βασίζονται ποτέ στην ερωτική αρμονία
Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου, καταξιωμένη σκηνοθέτης της χώρας μας, ανεβάζει στο Θέατρο Τ το έργο του Ζοέλ Πομερά «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα». Πρόκειται για μικρές ιστορίες αγάπης που μας θυμίζουν κάτι το οποίο όλοι μας κάποτε ζήσαμε. Γιατί αυτό είναι το καλό με την αγάπη. Δεν κάνει διακρίσεις. Με την Χριστίνα μιλήσαμε για την παράσταση αλλά και για την υποκριτική στη χώρα μας, καθώς η ίδια ως διδάκτωρ του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΑΠΘ δεν μπορεί παρά να μας διαφωτίσει επί του θέματος. Ξέχασα κάτι; Α! Μα φυσικά συζητήσαμε και για την αγάπη…
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: https://townsendia.blogspot.gr/2018/04/blog-post_39.html
Συντάκτης: Στέλλα Μαργαριτίδου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 25.04.2018
Παράσταση: Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα
Δημοσιεύματα
“Η αγάπη ορμά μπροστά και εγώ πίσω τρικλίζω…”: Η Επανένωση της Βόρειας και Νότιας Κορέας
Ο Ζοέλ Πομμερά, γεννημένος το 1963, έχει γράψει περίπου 30 έργα και έχει διακριθεί με πολλά και σημαντικά βραβεία μέσα σε 15 χρόνια. Ο ίδιος αναγνωρίζει τον εαυτό του ως «συγγραφέας θεαμάτων, συγγραφέας που γράφει για το θέατρο». Το ουμανιστικό θέατρο του μιλά για υπαρξιακά αδιέξοδα, για την αποξένωση του σύγχρονου κόσμου καθώς ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει την θέση του απέναντι σε αυτόν, στον άλλον και στον εαυτό του.
Το έργο του Πομμερά, «Η Επανένωση της Βόρειας και Νότιας Κορέας» , θυμίζει δομικά το Γαϊτανάκι του Σνίτσλερ, μιλά για την αναζήτηση του «άλλου» , την αγριότητα των σχέσεων και το δικαίωμα του καθενός στον έρωτα, στην αγάπη, στην ίδια τη ζωή. Σχέσεις με εκκρεμότητες, απωθημένα και τραυματισμένα «εγώ» που γίνονται αμήχανα και εγκλωβισμένα στο «εμείς». Αμφισβήτηση και αντικανονικότητα των κοινωνικών και πολιτισμικών δομών που έχουν κατασκευάσει και εδραιώσει γενικευμένα «κανονικά» και «φυσιολογικά» και μια υπερβατική αγάπη που τολμά να μιλά για τις ατέλειες και τις ελλείψεις της.
Σπονδυλωτές ιστορίες που μιλούν για τις μορφές και τις διαστάσεις που παίρνει στο ανθρώπινο σύμπαν η αγάπη. Άλλοι την συναντούν και χαμογελούν άλλους τους συναντά και τους γδέρνει. Απαιτητική και αδηφάγα, ομοφυλόφιλη, παράνομη, ανικανοποίητη και διεστραμμένη, συμβατική, αγνή μα πιο πολύ συγκινητική, δεν μπορεί να μην σε ταράζει με το άγγιγμα της και την ορμή της.
Μονόπρακτες ψηφίδες που σχηματίζουν την μορφή της, την απλότητα και την συνθετότητα της, την ένταση και την φωνή της που ζυμώνεται με τη φωνή του καθενός και εκφράζει διαφορετικά το πάθος της. Συναντάς κάτι από τον εαυτό σου σε κάθε ψηφίδα ακόμη και σε αυτές που δεν ταυτίζονται με τις δικές σου μνήμες.
Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου συνδιαλέγεται με τις επιλεγμένες ιστορίες από το πολυφωνικό έργο του Πομμερά στήνοντας μια αρτιότατη και καλοδουλεμένη παράσταση, με ισοζυγισμένο το κωμικό και το τραγικό, επιτρέποντας τα νοήματα και τα συναισθήματα που αναδύονται από κάθε σκηνή να μιλήσουν. Γρήγορες εναλλαγές ρόλων και κουστουμιών, καταστάσεων και συναισθημάτων καθώς η αγάπη και ο έρωτας στροβιλίζονται και μορφοποιούνται μέσα από αυτοτελή στιγμιότυπα.
Οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν το υποκριτικό challenge και αλλάζουν με ευχέρεια, ταχύτητα και πειθαρχία, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, ηλικίες, συναισθήματα, ιδιότητες, κοινωνική τάξη. Ευρύ το εκτόπισμα της Σοφίας Βούλγαρη, μεγάλη εκφραστική ποικιλία, κωμική και συγκινητική, και εξαιρετική στην ερμηνεία της στην τελευταία σκηνή ως γυναίκα που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Ο Κυριάκος Δανιηλίδης, βαθύς και εσωτερικός, μετέδωσε την απορία και τη μοναξιά εκείνου που μένει όταν «η αγάπη δεν φτάνει». Η Ζωή Λαζαριώτου ξεχώρισε ως Άννα έχοντας μια πολύ καλή κινησιολογία και εκφορά του λόγου ως άτομο με ειδικές ανάγκες, δίνοντας την αθωότητα και την αγνότητα στο ρόλο της. Ο έμπειρος Δημήτρης Ναζίρης κινήθηκε έντεχνα στο ρόλο του ιερωμένου με την αμηχανία της ενοχής και στο ρόλο του κυνικού διευθυντή ιδρύματος που διακηρύσσει πως «Η αγάπη είναι μια επινόηση. Ένα παιχνίδι του μυαλού». Ο Ηλίας Παπαδόπουλος στο ρόλο του macho αλλά περισσότερο ξεχώρισε ως πραγματικός σύντροφος (τελευταία σκηνή) συγκινητικός και φορτισμένος. Ο Πέτρος Παπαζήσης, ως ένας άλλος Τζωρτζ (Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;), εκεί που η κανονικότητα του έρωτα και η εξελικτική συνέχεια της στο θεμελιακό πλαίσιο της οικογένειας διαρρηγνύεται γιατί δεν μπορεί να υφίσταται, και η Αρετή Πολυμενίδη σε μια σεξουαλική παρενόχληση, υπαρκτή ή όχι, που παίρνει άλλη τροπή, αντιστρέφεται και γίνεται εκβιαστική.
Πάνω στην κλιμάκωση της ολοκληρώνεται κάθε σκηνή. Απομακρύνεται η εστίαση και επαναπροσδιορίζεται στην επόμενη σαν να παρακολουθούμε ηδονοβλεπτικά μέσα από κλειδαρότρυπα τις άλλες ζωές αυτές που είναι «πολύ πιο περίπλοκες από την δική μας». Αυτοτελείς ιστορίες εκτός από μία, που προκύπτει από την σκηνοθετική παρέμβαση της σκηνοθέτιδας και διαθλάται σε 4 εμφανίσεις με τρόπο που δένει και ολοκληρώνει το αδύνατο της Επανένωσης σπαρακτικά και βαθιά οδυνηρά.
Το μινιμαλιστικό σκηνικό της Όλγας Χατζηιακώβου, λειτούργησε σαν φόντο αρχικά, με απλά αντικείμενα που αναλάμβαναν χρηστικούς ρόλους. Μια υπολανθάνουσα ειρωνεία «στα δύο μισά που ενώνονται». Σταδιακά τα «δύο μισά χωρίζονται» για να δημιουργήσει τη χαρακτηριστική σκηνή της κρεβατοκάμαρας, ευφάνταστη και ευφυέστατη, για να μεταμορφωθεί σε γραφείο ιδρύματος και να καταλήξει σε δωμάτιο κλινικής.
Ο σκηνικός χώρος απλώνει μιμούμενος την ευελιξία του δραματικού και αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες που προσφέρει η τοποθεσία και η αρχιτεκτονική του Θεάτρου Τ δημιουργώντας site specific σκηνές και πιραντελλικές εισόδους. Οι φροντισμένοι φωτισμοί της Δήμητρας Αλουτζανίδου, άλλοτε δυναμικοί και άλλοτε ατμοσφαιρικοί, συνεργάζονται με το σκηνικό, «δημιουργούν» νέους χώρους και επισημαίνουν τις αλλαγές των σκηνών.
Εκτός από την σκηνογραφική δουλειά η Όλγα Χατζηιακώβου έχει επιμεληθεί και τα κοστούμια με καλαισθησία και περιγραφικότητα δίνοντας το περίγραμμα του ρόλου σαν ένα ακόμη κείμενο πάνω στο κάθε χαρακτήρα.
«Η Επανένωση της Βόρειας με την Νότια Κορέα» είναι ένα έργο για την αγάπη, για αυτό το σημαίνον με τα αμέτρητα σημαινόμενα, με έναν λόγο φιλόξενο σε διάφορες ερμηνείες και νοηματοδοτήσεις που ανεβαίνει σε μια καλά στημένη παράσταση στο Θέατρο Τ που αξίζει να παρακολουθήσουμε.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Συντάκτης: Μαρία Καστανάρα
Ημερομηνία δημοσίευσης: 24.04.2018
Παράσταση: Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα
Δημοσιεύματα
Χριστίνα Χατζηβασιλείου: «Η αγάπη είναι μια υπόθεση προσωπική»
Τι είναι η αγάπη; Και πόσο δύσκολο είναι να την βρει κανείς; Επτά ηθοποιοί, παίζοντας ο καθένας πολλούς ρόλους, προσπαθούν να δώσουν απάντηση. Αυτά συμβαίνουν στο βραβευμένο έργο του Ζοέλ Πομμερά «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», που παίζεται εδώ και λίγες μέρες από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στο Θέατρο Τ (Αλ. Φλέμινγκ 16), προσελκύοντας ήδη το ενδιαφέρον του κοινού.
Ανάμεσα στις ιστορίες που ζωντανεύουν στη σκηνή, αλλά και στον δρόμο (!), θα δούμε μια γυναίκα που αμφιταλαντεύεται αν θα παρατήσει τον σύντροφό της για μια παλιά αγάπη, δύο γείτονες που πιάνουν κουβέντα ενώ οι σύζυγοί τους τούς απατούν, και ένα ζευγάρι που προσλαμβάνει babysitter για να προσέχει το παιδί που δεν έχουν.
«Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό κείμενο με πολλές πυρηνικές σκηνές. Και αυτό έχει μια δυσκολία αφενός ως προς την διδασκαλία των ηθοποιών οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύσουν διαφορετικούς ρόλους σε πολύ μικρές χρονικές στιγμές και αφετέρου για να υπάρξει ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλες αυτές τις σκόρπιες, με πρώτη ματιά, ιστορίες», εξήγησε η Χριστίνα Χατζηβασιλείου που σκηνοθετεί την παράσταση.
Συμπλήρωσε πως δούλεψε προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να ενώσει τις ιστορίες των ηρώων. «Έκανα μικρές επεμβάσεις στο κείμενο και προσπάθησα μια από τις ιστορίες να την κάνω πυξίδα έτσι ώστε να υπάρξει μια σχετική πορεία. Ανάμεσα στις ιστορίες παρακολουθούμε και την πορεία μιας γυναίκας η οποία προσπαθεί να χωρίσει από τον επί 15 χρόνια σύζυγό της γιατί, όπως δηλώνει η ίδια, δεν υπάρχει αγάπη μεταξύ τους. Δεν θα αποκαλύψω το φινάλε γιατί πιστεύω πως είναι ένας δρόμος που θα ακολουθήσουν οι θεατές, μαζί με αυτή την γυναίκα που προανέφερα και με τις άλλες προσωπικές ιστορίες, σχετικά με το τι σημαίνει η λέξη αγάπη για τους ίδιους».
«Οπότε ο κάθε θεατής θα δώσει τη δική του ερμηνεία;», ρωτήσαμε. «Έτσι κι αλλιώς το τι μπορεί να σημαίνει αγαπάω ή ερωτεύομαι ή παύω να αγαπάω κάποιον, είναι μια προσωπική υπόθεση για τον καθένα από εμάς, οπότε και παρακολουθώντας την παράσταση, ακριβώς επειδή βλέπουμε στιγμές, και όχι εξηγήσεις ή απαντήσεις, δημιουργούνται και περισσότερα ερωτηματικά γύρω από έναν κομβικό άξονα της ζωής μας: το πώς είναι οι ερωτικές μας σχέσεις».
Την ρωτήσαμε και πώς λειτουργεί εν τέλει η επανένωση στο έργο και αν υπάρχει μια ειρωνεία στον τίτλο. «Ουτοπικά…», σημείωσε. Και συμπλήρωσε: «Ο τίτλος έχει όντως μια μορφή ειρωνείας γιατί πιστεύω πως δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα, όμως η αποκάλυψη για τον τίτλο υπάρχει στην τελευταία σκηνή του έργου δοσμένη από τον Πομμερά, και λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν ζωτικό ψεύδος. Είναι κάτι στο οποίο θέλουμε να πιστεύουμε, αλλά το οποίο δεν πρόκειται ποτέ το δούμε».
Η πρόταση για την συγκεκριμένη παράσταση έγινε από τον ιδρυτή της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης» κύριο Νικηφόρο Παπανδρέου. «Αυτό το έργο το αγαπάει πολύ. Εγώ δέχτηκα την πρόκληση να το σκηνοθετήσω, γιατί όπως προανέφερα είναι ένα πραγματικά ένα δύσκολο έργο, επειδή απαρτίζεται από πολλές ιστορίες με μικρή διάρκεια. Και όταν κάναμε την πρώτη ανάγνωση ένιωσα ότι ο χρόνος είναι τόσο βραχυπρόθεσμος σε αυτά που συμβαίνουν στο κείμενο όσο ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων», σχολίασε η σκηνοθέτης.
Απαντώντας σε ερώτησή μας για το αν εδώ γίνεται μια επανένωση της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης», η κυρία Χατζηβασιλείου δήλωσε πως ουσιαστικά η πρώτη επανένωση της Πειραματικής ως ομάδας χωρίς στέγη ήταν στον «Βυσσινόκηπο» στο ΜΙΕΤ. Την σκηνοθεσία στην παράσταση που είχε σπάσει τα ταμεία και είχε πάρει πολλές παρατάσεις είχε κάνει η ίδια.
«Στην τωρινή παράσταση μπορούμε να πούμε πως έχουμε μια γέφυρα μεταξύ νέων και έμπειρων ηθοποιών. Έχουμε από τη μία έμπειρους ηθοποιούς όπως ο κ. Ναζίρης και από την άλλη υπάρχουν και δύο ηθοποιοί που κάνουν την πρώτη τους επαγγελματική εμφάνιση στη σκηνή. Η “Πειραματική” εξακολουθεί να είναι δραστήρια, παρά το ότι είναι άστεγη. Απλά ο θίασος είναι πιο εμπλουτισμένος», δήλωσε.
Η ίδια μετά την απαιτητική θεατρική χρονιά που πέρασε σκηνοθετώντας παράσταση «Φτάσε όπου δεν μπορείς» στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης στο πλαίσιο του εορτασμού για το «έτος Καζαντζάκη», την «Ελίζα» για την Παιδική Σκηνή του ΚΘΒΕ και τώρα την «Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», ετοιμάζεται να ξεκουραστεί τους θερινούς μήνες. «Αυτή τη στιγμή το μόνο σχέδιο που έχω για το καλοκαίρι είναι να βουτήξω στη θάλασσα», μάς είπε.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Συντάκτης: Λεμονιά Βασβάνη
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19.04.2018
Παράσταση: Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα
Δημοσιεύματα
Δεν θέλεις να τελειώσει «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» από την Πειραματική Σκηνή… Είδαμε & Σχολιάζουμε.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.kulturosupa.gr/theatromania/eidame-peiramatiki-23962/
Συντάκτης: Πίτσα Στασινοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18.04.2018
Παράσταση: Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα
Δημοσιεύματα
Επί σκηνής: Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα
Άλλοι δεν την έχουν γνωρίσει. Σε άλλους δεν αρκεί. Τι διάολο είναι τελικά η αγάπη και τι νόημα μπορεί να έχει μια παράσταση για την αγάπη ενώ πολλοί πιστεύουν πως βρισκόμαστε μπροστά σε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο; Στην εποχή του Tinder και της κενότητας; Κι όμως το έργο του Πομμερά «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» είναι ένα έργο που μιλά για την αγάπη υπό άκρως ρεαλιστικές συνθήκες, ιστορίες της διπλανής πόρτας που όμως μοιάζουν σουρεαλιστικές. Κι όμως συμβαίνουν. Μια αγάπη που μέσα στην καθημερινότητα κρύβεται και δίνει καθημερινά τη μάχη με τον ορθολογισμό. Μια αγάπη δύσκολη, που γεννιέται σε ακάλυπτους πολυκατοικιών, την προσπερνάμε στον δρόμο, φωλιάζει σε ιδρύματα και βρίσκει καταφύγιο μόνο στα όνειρα.
Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι το παλαιότερο θεατρικό σχήμα της πόλης και όπως έχω ξαναγράψει, οι άνθρωποι συνδυάζουν ταλέντο με τεράστια μόρφωση και αισθητική που δεν βασίζεται στο χρήμα αλλά στη δημιουργικότητα. Είναι ένας πολιτιστικός οργανισμός, καίτοι άστεγος ουσιαστικά, που παράγει και προάγει τον πολιτισμό και το θέατρο στην πόλη.
Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου σκηνοθετεί μια ομάδα από παλιούς και νέους ηθοποιούς, στην οποία όλοι συνεισφέρουν ισάξια. Η σκηνοθέτιδα χρησιμοποιεί κάθε ικανό πόρο, από το αστικό τοπίο έξω από το θέατρο και τα ανυποψίαστα αυτοκίνητα που περνάνε μέχρι τη σκάλα που οδηγεί στα καμαρίνια του θεάτρου Τ για να στήσει το σκηνικό της ρήξης. Με σημειολογικά παιχνίδια και λιτό σκηνικό ξεδιπλώνονται μπροστά στο κοινό ιστορίες αγάπης όχι ωραιοποιημένης αλλά όμορφης.
Από τις ερμηνείες ξεχωρίζουν εκείνη της Σοφίας Βούλγαρη η οποία διαθέτει τεράστια γκάμα εκφράσεων και δημιουργεί τεράστια συγκίνηση ακόμα και πίσω από τις λέξεις. Η Ζωή Λαζαριώτου είναι υπέροχη σε ορισμένα σημεία (δεν αποκαλύπτω για να μην χαλάσω το στοιχείο της έκπληξης) ωστόσο σε άλλες στιγμές επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο παιξίματος. Ο Δημήτρης Ναζίρης είναι σαν να παίζει τον εαυτό του. Η Αρετή Πολυμενίδη είναι επίσης πολύ εκφραστική.
Στα δευτερεύοντα θεατρολογικά χαρακτηριστικά, ξεχωρίζουν οι φωτισμοί της Δήμητρας Αλουτζανίδου που με ακρίβεια, χωρίς όμως επιτήδευση, δημιουργούν περάσματα και ατμόσφαιρα.
Μια παράσταση που πραγματικά αξίζει. Φρέσκια, με γρήγορες αλλαγές, σε σύγχρονες σύντομες αλλά περιεκτικές δομές λόγου, τίποτα δε λείπει, τίποτα δεν περισσεύει.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: https://www.thinkfree.gr/epi-skini-i-epanenosi-tis-voreias-me-ti-notia-korea/
Συντάκτης: Κατερίνα Νικολάου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 15.04.2018
Παράσταση: Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα
Δημοσιεύματα
Κριτική: "Το τέλος του παιχνιδιού" του Σάμουελ Μπέκετ, στο Θέατρο Τ
Η παράσταση της Γλυκερίας Καλαϊτζή -μακριά από σκηνοθετισμούς και αχρείαστα σ' αυτή την περίπτωση πειράματα- έχοντας ως ακλόνητο σύμμαχο την ρέουσα, καίρια και κατανοητή, μετάφραση του Νικηφόρου Παπανδρέου, ακολουθεί πιστά τις σκηνικές επιταγές του Μπέκετ και στοχεύει κυρίως στις ερμηνείες των ηθοποιών. Το τελικό αποτέλεσμα, διαθέτει ένα "άρωμα παλαιού θεάτρου" που ενώ υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν παρωχημένο και συμβατικό, σ' αυτή την περίπτωση σε κερδίζει με τη μοναδική συνύπαρξη των υλικών του και την αλήθεια του, με τον ουσιαστικό τρόπο που αποτυπώνονται οι αστείες πτυχές της ανθρώπινης δυστυχίας και ξεδιπλώνεται ο αποσπασματικός και δαιδαλώδης μπεκετικός στοχασμός.
Ενδιαφέροντα υποκριτικά πορτραίτα δημιουργούν ο Γιώργος Φράγκογλου (Ναγκ) και η Σοφία Βουλγαρη (Νελ), που υποδύονται τις δύο νεκρές φιγούρες που βρίσκονται εγκλωβισμένες σε εντοιχισμένους σκουπιδοτενεκέδες. Η έντονη αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην όψη (έντονο λευκό μακιγιάζ στο πρόσωπο και στο σώμα, υπερτονισμένα μαύρα φρύδια) και στον λόγο (η τρυφερή ανάμνηση του έρωτα και της νεότητας) δημιουργεί μια ισχυρή "φέτα νοσταλγίας" και ταυτόχρονα μια έντονη αμφιβολία για τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα σε μια ιδεατή και σε μια απτή πραγματικότητα.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://theatreviewer.blogspot.gr
Συντάκτης: Κορνήλιος Ρουσάκης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 11.06.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Endgame (Το τέλος του παιχνιδιού)
If you are looking for a literal representation of Beckett’s bleakest play, the Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»’s («Art»’s Experimental Scene) version probably won’t turn out to be your cup of tea. Indeed, it is likely that the pedantic, kill-joy Irish director would have not stayed for more than 5 minutes among Theatre T’s packed Monday crowd, given all the liberties taken by his Greek counterpart Glikeria Kalaitzi. who decided – perhaps forced by the limited space – to overturn some highly-significant stage directions. Clov’s and Hamm’s faces may be of the same colour as Nagg’s and Nell’s, thus calling off the whole chess-like dichotomy of the text, and what was first left, may now be right, thus rendering the choreography completely topsy-turvy, but lo: this is the theatre’s true nature – to question itself at every turn.
And so the one act begins: endgame, that peculiar situation in which both chessmen already know the outcome of their match, but nonetheless keep playing (HAMM: «Me—(he yawns)—to play. Can there be misery—(he yawns)—loftier than mine?») is terribly akin to our worldly stay, forced as we are to trudge through our daily mishaps only to arrive at a finish line we never really want to reach. And yet we struggle, with «insistence, patience and courage», as director and first actress to play Nel, Kristina Tzigou, said in her 1967 lecture in a pre-Junta Thessaloniki; we struggle to affirm our fleeting existence with trivial actions, dominating and letting ourselves be dominated just to dispel the bugaboos of uncertainty and death.
Putting on stage Endgame is first and foremost an act of emancipation. As a matter of fact, by way of a super-human effort, Beckett managed to break free from all that which used to tie him down to conventions and traditions. He went beyond a divided Ireland, a bewildering Paris and a patronizing Joyce, and devoted himself completely to the avant-garde, despite it being so hard with literature, and with literary drama, to let go of the past’s safe harbour. Within this heart-rending struggle between identity and abstraction, the 1969 Noble Prize winner chose to speak his mind both with objectivity and reason-laden madness. The so-called absurdity of his piece, then, must be represented according to the rules of the game he himself had set forth, and cannot be tainted by conventional gimmicks such as suspension of disbelief and utterly believable characters.
Dimitris Naziris (Hamm) and Efi Stamouly (Clov) do a wondrous job at giving flesh and blood to their lines, and the result is a fine play which respectfully bows its head to everything that Beckett once scorned. If we consider his project as completed, trying to give it a different shape might be equivalent to taking a step back and stumbling on the pile of dead-end moves he himself must have rejected before finding his ultimately strategy. And yet, we must be thankful to «Art»’s Experimental Scene work, which possibly opens up again the dialogue with theoretical ideas that might be of use to younger artists, as much as they were when misery, despair and alienation were the common barbwire which gripped the whole of Europe.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://teatro.persinsala.it
Συντάκτης: Francesco Chiaro
Ημερομηνία δημοσίευσης: 07.06.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
"Το τέλος του παιχνιδιού", ένα παιχνίδι για όλους...
ΤΟ ΕΡΓΟ
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Οδηγός των πάντων η εξαιρετικά σεμνή Γλυκερία Καλαϊτζή, που μας ανέφερε πως δεν έκανε τίποτε στήνοντας το έργο αυτό, παρά μόνο να προσπαθεί να ακολουθήσει τις οδηγίες του Μπέκετ. Κάτι βέβαια όχι τόσο εύκολο και χωρίς καθόλου σίγουρη την επιτυχία, γιατί αν ήταν εύκολο πολλοί θα ανέβαζαν πετυχημένες παραστάσεις Μπέκετ, κάτι που δε συμβαίνει. Εμείς όμως είδαμε μια πολύ καλή παράσταση, μια δουλειά που πολύ μας άρεσε. Η επιτυχία του πονήματος αυτού δεν είναι βέβαια κάτι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα της συνύπαρξης, της συνεργασίας και αναμφίβολα της κοπιώδους εργασίας ξεχωριστών καλλιτεχνών, που χρόνια υπηρέτησαν και υπηρετούν την πόλη αυτή με τον καλύτερο τρόπο, ένα απαύγασμα των εμπειριών, των ικανοτήτων, της ευσυνειδησίας και του ταλέντου τους.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: stosanidi.blogspot.gr
Συντάκτης: Βικτωρία Ιωσηφίδου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 24.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Γλυκερία Καλαϊτζή: «Ο χωρίς νόημα, αλλά αενάως νοηματοδοτούμενος κόσμος του Μπέκετ, είναι ο δικός σου κόσμος»
Μετά τον «Βυσιννόκηπο» και τη «Βασίλισσα της Ομορφιάς», η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», συνεχίζοντας τον νομαδικό της βίο, επανέρχεται με ένα ακόμα σπουδαίο έργο. Πρόκειται για το «Τέλος του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ, που ανεβαίνει σε συνεργασία με το Θέατρο Τ σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή, που σημειώνει μεταξύ άλλων στο artplay.gr: «Παραδέχομαι πως τίποτα δεν είναι πιο αστείο από τη δυστυχία», θα σχολιάσει η Νελ από τον σπουπιδοτενεκέ της. Και Το τέλος του παιχνιδιού είναι ένα έργο για την ανθρώπινη δυστυχία. Με πολύ, συχνά μαύρο, χιούμορ και γενναίες δόσεις ειρωνείας. Έτσι, αν περιμένετε να δείτε στην παράστασή μας έναν μαύρο και σκοτεινό Μπέκετ, μάλλον θα απογοητευτείτε». Τους κεντρικούς ρόλους στην παράσταση ερμηνεύουν ο Δημήτρης Ναζίρης και η Έφη Σταμούλη.
Ολόκληρο το σημείωμα που η σκηνοθέτις Γλυκερία Καλαϊτζή έγραψε για το artplay.gr:
«Απότομες εναλλαγές ζεστού κρύου. Κάπως έτσι μπορώ να περιγράψω την εμπειρία μου από την συνάντηση με τον Μπέκετ και τη δουλειά πάνω στο Τέλος του Παιχνιδιού. Καταρχήν ήταν η χαρά της πρόκλησης. Ένας αγαπημένος συγγραφέας, που χαίρεσαι να τον μελετάς, καθώς κάθε του ανάγνωση σου ανοίγει και άλλα πεδία, ενώ δεν σταματά ποτέ να σου θέτει νέα ερωτήματα. Άλλο η μελέτη όμως άλλο η σκηνική πράξη. Αν και στον Μπέκετ φαίνονται όλα εύκολα με την πρώτη ματιά, αφού ο ίδιος δίνει λεπτομερέστατες οδηγίες για το σκηνικό, την κίνηση, ακόμα και τη διάθεση των ηθοποιών, μ’ άλλα λόγια για το πώς της σκηνικής πράξης, σε ό, τι αφορά το τι συμβαίνει στους ήρωές του, πάνω στη σκηνή, αυτό το κρατάει καλά κλεισμένο μέσα σε έναν τόσο αποσταγμένο λόγο, που μοιάζει η διαδοχή των φράσεων να μην υπόκειται σε καμιά σύνδεση. Το Παράλογο ωστόσο δεν έχει καμιά σχέση με τον παραλογισμό, ούτε οι ήρωες του Μπέκετ επιδίδονται απλώς σε έναν ακατάπαυστο αλλά χωρίς νόημα διάλογο. Μπορεί στα έργα του η υπόθεση να υποβαθμίζεται και η ψυχολογία των χαρακτήρων να μην έχει καμιά σημασία, αλλά κάτι συμβαίνει και σ’ αυτά τα έργα. «Κάτι τραβάει το δρόμο του», όπως απαντάει ο Κλοβ στο επίμονο ερώτημα του Χαμ: «Τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει;».
Η πραγματική περιπέτεια με τα κείμενα του Μπέκετ είναι ακριβώς αυτή. Να βρεις το τι συμβαίνει, όχι όμως με όρους θεατρινίστικης ή προσχηματικής δράσης ούτε κρύβοντας την αμηχανία σου κάτω από ένα οποιοδήποτε στιλ. Είναι ένα κολύμπι σε βαθιά νερά, χωρίς σωσίβιο πολλές φορές. Γιατί εκεί που νιώθεις ότι κάτι έγινε, την επόμενη στιγμή ξαναβρίσκεσαι στο κενό. Και νομίζω πως αυτή ακριβώς η απόγνωση της άκαρπης αναζήτησης, στο πλαίσιο της πρόβας, είναι που σε βάζει στην καρδιά του έργου. Γιατί κάπου εκεί αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι τη ματαιότητα της αναζήτησης του ενός και μόνου νοήματος. Και κάπου εκεί προκειμένου να εκτονώσεις τον κόπο που καταβάλλεται και την αγωνία με την οποία επενδύεται η κάθε πρόβα, αρχίζεις να διασκεδάζεις. Μια διασκεδαστική απόγνωση, που σε ελευθερώνει και σε κάνει να αντιληφθείς ότι ο χωρίς νόημα, αλλά αενάως νοηματοδοτούμενος κόσμος του Μπέκετ, είναι ο δικός σου κόσμος.
Ο Κλοβ, στο Τέλος του παιχνιδιού, απειλεί διαρκώς ότι θα φύγει, αλλά δεν το κάνει ποτέ. Ο Χαμ γνωρίζει καλά ότι ο Κλοβ του είναι απαραίτητος για την επιβίωσή του, αλλά δεν θα το παραδεχτεί ποτέ. Το σίγουρο και για τους δυο είναι ότι ο θάνατος θα δώσει λύση και τέλος στα βάσανά τους. Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς η ζωή συνεχίζεται. Από το πώς όμως διαχειρίζονται αυτή την αντινομία προκύπτει και το γκροτέσκο και η ειρωνεία του Μπέκετ. «Παραδέχομαι πως τίποτα δεν είναι πιο αστείο από τη δυστυχία», θα σχολιάσει η Νελ από τον σπουπιδοτενεκέ της. Και Το τέλος του παιχνιδιού είναι ένα έργο για την ανθρώπινη δυστυχία. Με πολύ, συχνά μαύρο, χιούμορ και γενναίες δόσεις ειρωνείας. Έτσι, αν περιμένετε να δείτε στην παράστασή μας έναν μαύρο και σκοτεινό Μπέκετ, μάλλον θα απογοητευτείτε».
Γλυκερία Καλαϊτζή
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: artplay.gr
Συντάκτης: Γλυκερία Καλαϊτζή
Ημερομηνία δημοσίευσης: 23.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Συναρπαστικό "Τέλος του παιχνιδιού" από την Πειραματική Σκηνή!
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εύσημο για ένα θεατρικό σχήμα, από το να καθιερώσει το όνομά του ως εγγύηση, όπως η Πειραματική Σκηνή. Αυτό που λέμε «πάω με κλειστά μάτια», γιατί είναι σίγουρο ότι ΔΕΝ θα σε προδώσει σε καμία περίπτωση. Μια κατάκτηση σπουδαία, μέσα από συνεπή, αξιοθαύμαστη, ποιοτική πορεία ετών και είναι γεγονός ότι τα τελευταία «πέτρινα» χρόνια με την απώλεια στέγης και την μοιραία περιπλάνηση, η Πειραματική Σκηνή, το θεατρικό διαμάντι της πόλης, μας έλειψε πολύ… Ήταν λοιπόν αναμενόμενη η λαχτάρα για την καινούργια της παράσταση "Τέλος του παιχνιδιού" του Σάμουελ Μπέκετ και σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαίτζή, που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Τ, αποδεδειγμένη χειροπιαστά από την μάχη στο ταμείο για ένα εισιτήριο και το αδιαχώρητο της αίθουσας! Και ΝΑΙ… η εγγύηση ποιότητας επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά για πολλοστή φορά, σε πολλαπλά επίπεδα!
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.kulturosupa.gr
Συντάκτης: Πίτσα Στασινοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
«Το τέλος του παιχνιδιού» στο θέατρο «Τ» Θεσσαλονίκης
Η Γλυκερία Καλαϊτζή συνεργάζεται με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», σκηνοθετεί δυο εμβληματικά μέλη της τον Δημήτρη Ναζίρη και την Έφη Σταμούλη στο «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ και το αποτέλεσμα το είδα στο κατάμεστο θεατράκι της οδού Φλέμινγκ, βράδυ Παρασκευής.
Μαγικό. Όπως ακριβώς γράφει στο σημείωμά της η Χριστίνα Τσίγκου το 1967, όταν σκηνοθέτησε το «Τέλος του παιχνιδιού» στο ΚΘΒΕ και είπε ότι αν ο σκηνοθέτης κάνει καλά τη δουλειά του, το έργο του Μπέκετ επιβάλλεται με τρόπο «μαγικό».
Ρέουσα η μετάφραση του Νικηφόρου Παπανδρέου, χωρίς φραστικές περικοκλάδες και δυσνόητους σχηματισμούς, στόχευσε κατευθείαν το μυαλό. Ο θεατής έχοντας τον λόγο ταξιδιωτική λέμβο, σεργιάνισε στη θάλασσα αλληγορίας του Μπέκετ , γεύτηκε την αλμύρα της «παράλογης» εξάρτησης αφέντη-δούλου, τη δικαιολόγησε ως αμφίδρομη τελικά , ενώ βρήκε πολλά «διότι» στο «γιατί».
Οι κεντρικοί ήρωες βρίσκονται εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα κλειστοφοβικό δωμάτιο. Δυο σκουπιδοτενεκέδες, μια πολυθρόνα και μια σκάλα είναι τα μοναδικά αντικείμενα του «ψυχρού» χώρου. Ψηλά, δεξιά και αριστερά στους τοίχους, δύο παράθυρα είναι η μόνη επαφή με τον έξω κόσμο. Έναν κόσμο, που όπως πιστεύουν οι ήρωες, φαίνεται να έχει καταστραφεί από μια μεγάλη συμφορά. Νομίζοντας ,λοιπόν , πως είναι οι τελευταίοι επιζώντες, ο Χαμ και ο υπηρέτης του Κλοβ, έχουν μετατρέψει το άλλοτε σαλόνι του σπιτιού σε καταφύγιο και περιμένουν τον λυτρωτικό θάνατο. Καθώς περνάει ο καιρός, όπως ο Βλαδιμίρ και ο Εστραγκόν από το «Περιμένοντας τον Γκοντό», έτσι κι αυτοί επινοούν διάφορα τεχνάσματα για να μην έρθουν αντιμέτωποι με το μεγαλύτερό τους φόβο, τον χρόνο, παίζουν ένα παιχνίδι περιμένοντας το τέλος.
Ο Χαμ είναι αυταρχικός και εγωιστής. Κάποτε είχε δύναμη, πλούτο και εξουσία αλλά αρνήθηκε να βοηθήσει όσους τον είχαν ανάγκη. Ακόμη και τώρα, τυφλός και καθηλωμένος στην αναπηρική πολυθρόνα ασκεί την τυραννία του στον Κλοβ -ο μόνος που μπορεί να περπατήσει αλλά δεν μπορεί να καθίσει- και στους γερασμένους γονείς του που τους έχει κυριολεκτικά πεταμένους στους σκουπιδοτενεκέδες, αφότου χάσανε τα πόδια τους σ’ ένα ατύχημα. Ο Χαμ θεωρεί τον εαυτό του βασιλιά.«Το σπίτι μου», «ο σκύλος μου», «το βασίλειό μου» είναι μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί για να υπενθυμίσει στον εαυτό του και στους άλλους ότι αυτός εξουσιάζει.
Ο Κλοβ κάποτε τον αγαπούσε, τώρα όμως τον μισεί. Έχει κουραστεί να τον υπηρετεί αλλά εξακολουθεί να το κάνει. Του πηγαίνει αντικείμενα, κουβαλάει τη σκάλα για να δει έξω από τα παράθυρα, μετακινεί την πολυθρόνα του Χαμ, ανοίγει τους σκουπιδοτενεκέδες να δει τι κάνουν ο Ναγκ και η Νελ κι όταν εκτελέσει όλες τις εντολές, αποσύρεται στην κουζίνα του, άλλη μια κλειστοφοβική φυλακή, περιμένοντας κι αυτός το τέλος ή προσπαθώντας να βρει τη δύναμη να εγκαταλείψει τον Χαμ. Ο Κλοβ θέλει να αφήσει τον Χαμ από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Αν θα τα καταφέρει ή όχι, είναι το βασικό ερώτημα που τίθεται από την αρχή του έργου αποτελώντας και τη μοναδική πηγή δραματικής έντασης.
Όμως, ο Κλοβ και ο Χαμ, όπως συμβαίνει με όλα τα ζευγάρια στο θέατρο του Μπέκετ, είναι αναπόσπαστα δεμένοι μεταξύ τους. Η μοναξιά είναι αυτή που τους έχει ενώσει. Σύντομα, καταλήγουν «δεμένοι» σε μια τυραννική αλληλεξάρτηση, που θα ήθελαν απεγνωσμένα να σπάσουν. Οι δυο τους αποτελούν ένα συμμετρικό ζευγάρι όπου ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Ο Κλοβ υποκαθιστά την όραση και την κίνηση που λείπουν από τον Χαμ, ενώ το σπίτι του δεύτερου φαίνεται να είναι το μοναδικό μέρος, όπου ο Κλοβ θα μπορούσε να βρει στέγη και τροφή.
Παρόλα αυτά, η αλληλεξάρτηση φαίνεται να πηγάζει από βαθύτερα αίτια. Η σχέση τους είναι πιο πολύπλοκη απ' ό,τι φαίνεται σε ένα πρώτο επίπεδο. Όπως όλοι οι ήρωες του Μπέκετ, έτσι και αυτοί στο «Τέλος του Παιχνιδιού», έχουν την ανάγκη του Άλλου αλλά και ταυτόχρονα μισούν την παρουσία του. Χρειάζονται έναν μάρτυρα για το δράμα που ζουν αλλά και κάποιον για να τους ακούει και, στην καλύτερη περίπτωση, να τους αποκρίνεται.
Μπορεί κανείς να βρει δεκάδες αναλύσεις του έργου από ψυχαναλυτές, θεωρητικούς φιλοσόφους ή θεατρολόγους, εφόσον όσο σκάβεις ανακαλύπτεις θησαυρούς είτε από Ελισαβετιανό θέατρο είτε από αυτό του Παραλόγου, ακόμα κι από αρχαία ελληνική τραγωδία. Είναι εντυπωσιακό που το έργο έχει νόημα από όποια οπτική γωνία κι αν το κοιτάξει κανείς και ο Μπέκετ αφήνει επίτηδες το έργο του ανοιχτό, ώστε να μπορεί να δεχτεί πολλές ερμηνείες. Το έργο, επίσης, έχει θεωρηθεί ως η απεικόνιση του χάσματος των γενεών· ή ακόμη του μυαλού ενός συγγραφέα, μια χαρτογράφηση της διαδικασίας της λογοτεχνικής παραγωγής, με τον ίδιο τον Χαμ ως συγγραφέα, τον Κλοβ δημιούργημά του και τους Ναγκ και Νελ χαρακτήρες πεταμένους στον κάλαθο των αχρήστων.
Ο Μπέκετ αποφεύγει να γίνει συγκεκριμένος. Βάζει το κοινό στο ίδιο παιχνίδι με τους ήρωές του. Οι θεατές, όπως ο Χαμ και ο Κλοβ, προσπαθούν να βρουν κάποιο νόημα, κάποιο σενάριο που θα ερμηνεύσει ολόκληρο το έργο. Στην συγκεκριμένη παράσταση η σκηνοθέτις Γλυκερία Καλαϊτζή, άφησε πολλά πεδία ελεύθερα, έδωσε μεν την πρέπουσα λιτότητα στον χώρο, αλλά οδήγησε τους ηθοποιούς της σε ερμηνείες έξω από το επιτηδευμένο ύφος και λειτούργησε σαν κλειδί αποκωδικοποίησης αλληγορικών νοημάτων σε φράσεις που ξεστομίζουν οι ήρωες. Επειδή οι ήρωες προσπαθούν με ειλικρίνεια να γεμίσουν τον χρόνο που διαρκεί η παράσταση, με πράξεις και με λέξεις για να ψυχαγωγήσουν το κοινό, ενώ η κατάστασή τους πάνω στη σκηνή είναι μια κριτική στη θεατρική πλευρά της ζωής. Όταν η ζωή δεν προσφέρει γεγονότα, αυτά πρέπει να επινοηθούν. Ο άνθρωπος, όπως ο ηθοποιός, πρέπει να εφεύρει δράση και λόγια για να γεμίσει το κενό, με τον ίδιο τρόπο που ο Χαμ και ο Κλοβ επινοούν και εκτελούν τα παιχνίδια τους. Όταν όμως το παιχνίδι αποτυγχάνει, όταν οι λέξεις και η δράση τελειώνουν, αποκαλύπτονται και οι όροι τουπαιχνιδιού και μαζί τους αποκαλύπτεται και η αγωνία τους μπροστά στο τίποτα, στη σιωπή.
Το εισέπραξα μαζί με τους συν-θεατές μου όταν ένωσα τις επευφημίες μου με τις δικές τους.
Δημήτρης ΝαζΊρης, Έφη Σταμούλη. Έξοχοι και οι δυο. Έχουν καταθέσει ψυχή και σώμα στην πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» κι εδώ δημιουργούν εξαιρετικούς χαρακτήρες. Διδασκαλία για νεότερους και «ακριβό δώρο» για όλους. Η Έφη Σταμούλη, ως υπηρέτης Κλοβ , έπλασε αριστοτεχνικά τον ανδρικό ρόλο με φράσεις κοφτές, άλλοτε επιτακτικές, άλλοτε χλευαστικές, άλλοτε με χιούμορ και σαρκασμό, ενώ στην τελευταία σκηνή η εσωτερικότητά της στη βουβή παρουσία της ήταν άκρως συγκινητική και πολλαπλώς «ομιλούσα». Χαρισματική ηθοποιός, τεράστια υποκριτή δύναμη στο θέατρο του Βορρά. Ο «Χαμ» του Δημήτρη Ναζίρη, πολυεπίπεδος. Απομεινάρι Β΄ παγκοσμίου πολέμου σε αναπηρικό καροτσάκι, αλλά εξαιρετικά σύγχρονος. Κυνικός, στυγνός μα και τρυφερός και απελπισμένος και αυταρχικός και απόλυτος και αδύναμος και επαίτης. Σπουδαία ερμηνεία. Κοντά τους οι Γιώργος Φράγκογλου και Σοφία Βούλγαρη, ως ανάπηροι γονείς Ναγκ και Νελ αντίστοιχα, πεταμένοι κυριολεκτικά σε σκουπιδοτενεκέδες, γκροτέσκες φιγούρες για να δοθεί το στίγμα του θεάτρου του «παραλόγου», υπηρέτησαν με πειθώ το σκηνοθετικό όραμα.
«Kλαίει, άρα ζει». Για τον Σάμιουελ Μπέκετ, η φράση του αυτή από το «Τέλος του παιχνιδιού» θα μπορούσε να μεταφρασθεί στο «υποφέρει, άρα ζει»... Κάπως έτσι είναι και όλοι οι ήρωες του ιρλανδού νομπελίστα συγγραφέα. Ζουν και υποφέρουν. Υποφέρουν και ζουν. Από το 1952 που ανέβηκε για πρώτη φορά έργο του στο Παρίσι, το κλασικό πλέον «Περιμένοντας τον Γκοντό», οι πρωταγωνιστές του είναι όντα ιδιαίτερα, προβληματικά. Στην περίπτωση δε του «Τέλους του παιχνιδιού», που ήδη παίζεται στο θέατρο «Τ» από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», τα δύο ζευγάρια έρχονται να επιβεβαιώσουν τις ιδιαιτερότητές τους.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: kavalawebnews.gr
Συντάκτης: Παύλος Λεμοντζής
Ημερομηνία δημοσίευσης: 20.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Συνεχίζεται η παράσταση Το Τέλος του Παιχνιδιού του Σάμιουελ Μπέκετ στο Θέατρο Τ απο την Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: https://www.facebook.com/xristina.kanataki/posts/10155185326977165
Συντάκτης: Χριστίνα Κανατάκη
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Έφη Σταμούλη: «Ο Μπέκετ δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επικοινωνία»
Ο Χαμ, ένας ανάπηρος αφέντης και εξουσιαστής, ζει το δικό του τέλος του κόσμου. Με μόνη συντροφιά τον υπηρέτη του Κλοβ και τους δύο γέρους γονείς του, που ζουν μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες, ο ήρωας του Μπέκετ στο έργο «Το τέλος του παιχνιδιού» προσπαθεί να διαχειριστεί την κωμωδία και την τραγωδία της ίδιας της ζωής.
Η Έφη Σταμούλη υποδύεται στη σκηνή του Θεάτρου Τ (Αλ. Φλέμινγκ 16) με μαεστρία τον Κλοβ, έναν υπηρέτη που δεν μπορεί να καθίσει και που βρίσκεται σε μια σχέση εξάρτησης από το αφεντικό του. Κάποια στιγμή όμως θα αντιδράσει.
«Ο Μπέκετ δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επικοινωνία, η αλληλεγγύη και η αγάπη ακόμα και όταν βρίσκεσαι απομονωμένος σ’ ένα καταφύγιο και δεν έχεις παρά μόνο τον άλλο για να πιαστείς», μάς δήλωσε η ηθοποιός απαντώντας σε ερωτήσεις μας.
Αντίθετα με την πεποίθηση πολλών πως ο Μπέκετ κάνει ένα σοβαρό και βαρύ θέατρο, η Γλυκερία Καλαϊτζή που σκηνοθετεί την παράσταση επιχείρησε να δώσει και την χιουμοριστική πλευρά του έργου. «Αν δεν αντιμετωπίσεις τον Μπέκετ με παιγνιώδη τρόπο, απλώς δεν τον υπηρετείς σωστά», σχολίασε η κυρία Σταμούλη.
Όσο για την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», από την οποία ανεβαίνει το έργο, είπε: «Από την εποχή που είχε τη δική της στέγη νοσταλγώ τα πάντα». Και συμπλήρωσε: «Σήμερα όλα έχουν αλλάξει, αλλά για να τελειώσω με μια φράση που επαναλαμβάνεται συχνά μέσα στο έργο: “Κάτι τραβάει το δρόμο του”».
-Πώς ένας ανάπηρος γίνεται αφέντης σε έναν υπηρέτη που δεν μπορεί να καθίσει και στους γονείς του που «έχουν χάσει τα πόδια τους» και ζουν σε σκουπιδοτενεκέδες;
-Όλη η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, η γελοιότητα της ματαιοδοξίας κατά το απειροελάχιστο φωτεινό πέρασμα του ανθρώπου μέσα από το σκοτάδι της αιωνιότητας, συνοψίζεται με τρόπο καθηλωτικό από αυτόν τον σπουδαίο ποιητή του 20ού αιώνα που ακούει στο όνομα Σάμουελ Μπέκετ. Τι πιο γελοίο από την άσκηση εξουσίας που ασκεί ένας τυφλός ανάπηρος πάνω σε έναν μικρονοϊκό υπηρέτη που δεν μπορεί να καθήσει και προσπαθεί να εκτελέσει διαταγές κλεισμένος σε ένα χώρο ο οποίος περιβάλλεται από το απόλυτο τίποτα!
-Τι ήθελε να μεταφέρει ο Μπέκετ στο θεατή με αυτό το έργο; Και τι σήμαινε η εποχή στην οποία γράφτηκε το κείμενο;
-«Γεννιόμαστε καβάλα στο τάφο» λέει ο Βλαντιμίρ στο “Περιμένοντας τον Γκοντό”, «Το τέλος βρίσκεται κιόλας μέσα στην αρχή,κι ωστόσο συνεχίζουμε» λέει ο Χαμ στο “Τέλος του παιχνιδιού”, κι ο Μπέκετ, που γράφει τα έργα του λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μας βάζει με τρόπο αμείλικτο μπροστά στο αναπόφευκτο και τελεσίδικο τέλος. Μοιάζει να λέει πως μόνο η αγάπη μπορεί να κάνει το πέρασμά μας από τη γη «φωτεινό». Ταυτόχρονα όμως δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επικοινωνία, η αλληλεγγύη και η αγάπη ακόμα και όταν βρίσκεσαι απομονωμένος σ’ ένα καταφύγιο και δεν έχεις παρά μόνο τον άλλο για να πιαστείς. Είναι πιο εύκολο να μπαίνεις σ’ έναν ρόλο «αφέντη» ή «δούλου» απ’ το επικοινωνήσεις ουσιαστικά με το διπλανό σου. Επιμένω όμως ότι, όπως πολύ σωστά έγραψε η Χριστίνα Τσίγκου, που σκηνοθέτησε, παραμονές της δικτατορίας, το έργο στο Κρατικό, αυτό που βρίσκεται στον βαθύτερο πυρήνα του έργου του είναι η «τονωτική δύναμη της αγάπης».
-Ο Κλοβ ετοιμάζει τη βαλίτσα του για να φύγει, παρατηρεί σιωπηλά το αφεντικό του όμως δε φεύγει από τη σκηνή. Γιατί;
-Ο Κλοβ υποφέρει και υπομένει τον Χαμ, αποφασίζει από την αρχή του έργου ότι θα φύγει, ότι θα τον εγκατελείψει επιτέλους, αλλά διαρκώς αναβάλλει την εκτέλεση αυτής της απόφασης. Διστάζει να κάνει το οριστικό βήμα. Ο Μπέκετ αφήνει ανοιχτό το φινάλε. Βλέπουμε τον Κλοβ, ντυμένο με ρούχα εξόδου και με μια βαλίτσα στο χέρι, να μένει ακίνητος παρακολουθώντας τον Χαμ να τον φωνάζει. Το ίδιο ανοιχτό φινάλε ακολουθεί ο Μπέκετ και στο Περιμένοντας τον Γκοντό. Εάν θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι θα φανταστούμε πως ο Κλοβ μόλις σβήσουν τα φώτα θα κάνει το βήμα προς την έξοδο. Διαφορετικά θα εξακολουθήσει να υποφέρει απειλώντας πως μια μέρα θα φύγει, μέχρι να του δώσει ο θάνατος τη λύση που δε δίνει ο ίδιος.
-Τελειώνει εν τέλει το παιχνίδι;
-Τελειώνει ή ξαναρχίζει αενάως; Μ’ αυτό το αναπάντητο ερώτημα τελειώνει ο Μπέκετ το έργο.
-Στην αρχή του έργου βλέπουμε τον Κλοβ να υπηρετεί το αφεντικό του. Στην πορεία όμως λέει ψέματα. Αντιδρά. Τι είναι αυτό που τον κάνει να αλλάξει στάση;
-Μα το παιχνίδι!
-Πολλοί θεωρούν πως ο Μπέκετ κάνει ένα σοβαρό και βαρύ θέατρο. Είναι έτσι; Και τι θέση έχει το χιούμορ στα έργα του;
-Ο Μπέκετ μιλά για πολύ σοβαρά ζητήματα, αλλά το κάνει με καταλυτικό χιούμορ. Θα μπορούσα ακόμη και να ισχυριστώ πως είναι ένας λαϊκός συγγραφέας, κόντρα στη κοινή αντίληψη ότι είναι «δύσκολος, βαρύς και μόνο για τους μυημένους». Αν δεν αντιμετωπίσεις τον Μπέκετ με παιγνιώδη τρόπο, απλώς δεν τον υπηρετείς σωστά.
-Πρόκειται για ακόμη μια παραγωγή της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Πώς νιώθετε για αυτή την ομάδα; Τι ονειρεύεστε για αυτήν; Και υπάρχει κάτι που νοσταλγείτε από την εποχή που είχε τη δική της στέγη;
-Από την εποχή που είχε τη δική της στέγη νοσταλγώ τα πάντα. Σήμερα όλα έχουν αλλάξει, αλλά για να τελειώσω με μια φράση που επαναλαμβάνεται συχνά μέσα στο έργο: «Κάτι τραβάει το δρόμο του».
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.typosthes.gr
Συντάκτης: Λεμονιά Βασβάνη
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Το “Τέλος του Παιχνιδιού” του Σάμιουελ Μπέκετ στο Θέατρο Τ
Το “Τέλος του παιχνιδιού” του Σάμιουελ Μπέκετ ανεβαίνει από την Πειραματική σκηνής της Τέχνης στο Θέατρο Τ.
Πικρό χιούμορ σε φράσεις καθημερινές, με γλώσσα απλή και αφτιασίδωτη, ορμάει η ειρωνεία σε ερωτήσεις άμεσες και μεστές, σε στιχομυθίες που δεν υποκύπτουν στην επαγωγική λογική του ρεαλισμού. Το “Τέλος του παιχνιδιού” ανήκει στο Θέατρο του Παραλόγου και γράφτηκε το 1957, μεταφέροντας την ζοφερή ατμόσφαιρα του κόσμου μετά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο. Μεταφυσική αγωνία, ματαιότητα, έλλειψη αξιών και σκοπιμότητας, διερωτάται τόσα χωρίς να παίρνει απαντήσεις, χωρίς να αχνοφαίνεται κάπου η λύσις. Ο κατεστραμμένος κόσμος και η φθίνουσα πορεία της ζωής αποτελούν το φόντο σε αυτό το μονόπρακτο έργο κλειστοφοβικού εγκλεισμού και απομόνωσης, όπου υπαρξιακά ερωτήματα θανάτου, ζωής και νοήματος διασταυρώνονται και διαγράφουν φαύλους κύκλους ματαιότητας.
Ο Χαμ, ένας εγωκεντρικός δυνάστης για το γιο του και για τους γονείς του, δεν μπορεί να κουνηθεί και είναι καθηλωμένος σε μια καρέκλα. Ο Κλοβ, ένας υποταγμένος, στις διαταγές του πατέρα, γιος, αδυνατεί να κάτσει. Ο Ναγκ και η Νελ, οι γονείς του Χαμ, έχουν χάσει τα πόδια τους σε ένα ποδηλατικό ατύχημα και ζουν πλέον ο καθένας στον δικό του σκουπιδοτενεκέ κάνοντας περιορισμένες κινήσεις. Όλοι μαζί “παίζουν το παιχνίδι” σε μία γενική ατροφία σωμάτων, συναισθημάτων και σκοπού, προσπαθώντας να καταπολεμήσουν την ανυπαρξία του “τίποτα”.
Ο Μπέκετ οπτικοποιεί την δράση. Τα έργα του είναι μοιρασμένα στο διαλογικό κομμάτι και σε αναλυτικές, εκτενείς σκηνικές οδηγίες. Το σκηνικό, τα κοστούμια, τα σώματα, οι εκφράσεις στην σιωπή, μιλούν δυνατότερα από τα λόγια και εκεί εστιάζει, κυρίως, την δραματική ένταση. Αυτό η σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή όχι μόνο το κατανόησε αλλά και το επιβεβαίωσε στην παράσταση που ανεβαίνει στο Θέατρο Τ.
Η Ευαγγελία Κιρκινέ μεταμορφώνει την σκηνή του Θεάτρου Τ διχοτομώντας την με ένα διαγώνιο λευκό τοίχο γεμάτο μούχλα, αφήνοντας το πίσω αθέατο μέρος για τον “έξω” κόσμο. Δύο παράθυρα σε αφύσικο ύψος, που μόνο με την χρήση σκάλας γίνονται προσβάσιμα, επισημαίνοντας την απομόνωση και την απαίτηση προσπάθειας και ενέργειας για την ζωή που δεν χαρίζεται απρόσκοπτα. Ενσωματωμένοι στον τοίχο και οι δύο μεταλλικοί σκουπιδοτενεκέδες που ζουν ο Ναγκ και η Νελ, πολύ κοντά μεν αλλά όχι τόσο ώστε να έχουν εύκολα επαφή. Η σκηνή ουρλιάζει “εγκατάλειψη’ και τα λευκά σεντόνια που σκεπάζουν τον Χαμ και τους σκουπιδοτενεκέδες, στην έναρξη, υποδηλώνουν την υποψία της αλλοτινής ζωής πριν την ερήμωση. Στα ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα προστίθεται και το τρίποδο ψεύτικο σκυλί που ζήτησε ο Χαμ από τον Κλοβ να του φτιάξει, κινησιολογικά προβληματικό και αυτό λόγω αναπηρίας και έλλειψη ζωής, και φυσικά, ο αναποδογυρισμένος πίνακας στον τοίχο που έχει υπάρξει σημείο-κλειδί για μια από τις διάφορες εκδοχές ερμηνείας του έργου. Παρόλο που υπάρχει η ενότητα τόπου-χρόνου δράσης, ο χρόνος παραμένει κάτι το αδιευκρίνιστο. “-Τι ώρα είναι; -Η συνηθισμένη.” Ο φωτισμός του Κώστα Σιδηρόπουλου αλλάζει και υπερτονίζει, κάθε φορά που κινείται κάτι “έξω”, σαν μια έκλαμψη συνειδητοποίησης πως ο χρόνος και ο κόσμος υπάρχουν αλλά έξω από το κλειστό κύκλωμα-σχήμα τους.
Τα κοστούμια της Μαρίας Καραδελόγλου εύστοχα και ιδιαιτέρως μελετημένα, έχουν και αυτά ερμηνευτική χροιά. Γκροτέσκα στοιχεία στο κοστούμι του Χαμ, που θυμίζει ξεπεσμένο βασιλιά, χακί-πράσινες αποχρώσεις στον Κλοβ που εκτελεί τις διαταγές του πατέρα του με στρατιωτική υποταγή. Απουσία ρούχων για τους γονείς-πιόνια, που οδεύουν ηλικιακά προς τον θάνατο ανίκανοι για το οτιδήποτε και ήδη έχουν πάρει την θέση τους σαν άχρηστα σκουπίδια δίχως χρησιμότητα. Έντονο μακιγιάζ, πουδραρισμένα πρόσωπα, λευκότητα στο δέρμα που θυμίζει αρρώστια αλλά και μάσκα, υπενθυμίζοντας στο κοινό πως παίζουν το παιχνίδι τους, πως όλα αυτά είναι ένα θέατρο. Μια απελπισμένη προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τον θάνατο που ελλοχεύει την μοναξιά και την σιωπή του “τίποτα”.
Ο Χαμ είναι ο υποκινητής του παιχνιδιού. Εξουσιαστικός, χαιρέκακος, ειρωνικός, αλλά ταυτόχρονα και τόσο απεγνωσμένος να συνεχιστεί το παιχνίδι. Απολαμβάνει την δυστυχία των άλλων αλλά τους έχει τόσο ανάγκη. Η διάθεσή του εξαρτάται από το πόσο οι άλλοι εξαρτώνται από αυτόν. Συντηρεί απαιτώντας το παιχνίδι, επιμένει στους ανούσιους διαλόγους και στις, χωρίς νόημα, απαιτήσεις του, απλά και μόνο για να γίνεται κάτι, για να υπάρχει η επικοινωνία προκειμένου να μην έρθει το τέλος. Ο Δημήτρης Ναζίρης στάθηκε ερμηνευτικά στο ύψος των περιστάσεων και με το παραπάνω, ισοζυγίζοντας τον καταδυναστευτικό χαρακτήρα του Χαμ με την αδύναμη πλευρά του, δίχως να γύρει κάπου. Βρήκε τις χαραμάδες εκείνες που έπρεπε για να εξηγήσει τον φόβο της μοναξιάς που στοιχειώνει τον Χαμ.
Η μόνη δραματική ένταση του έργου συγκεντρώνεται στην απόφαση του Κλοβ εάν θα παρατήσει τον Χαμ ή όχι. Το “Τέλος του παιχνιδιού” όμως τελειώνει ακριβώς όπως άρχισε με μια εικόνα φυγής και ενδιάμεσα ένα σύνολο ατελέσφορων κινήσεων και επαναληπτικών ερωτήσεων. Ο Κλοβ ζει μέσα από την αδιάκοπη κίνηση που του σακατεύει το κορμί αλλά είναι ανίκανος να την σταματήσει λες και πρόκειται για μια μηχανική κίνηση ψυχαναγκασμού. Στα μέτρα ενός ρόλου όπως ο Κλοβ, η Έφη Σταμούλη μπήκε και εφάρμοσε πλήρως. Μεταμορφώθηκε φωνητικά, κινησιολογικά και εκφραστικά άψογα στο ρόλο του υποταγμένου γιου, εκείνου που όλο φεύγει λεκτικά και όλο μένει εμμονικά. Η κωμικότητα αναπνέει μέσα από την τραγικότητα και το αντίστροφο επιβεβαιώνοντας τα λόγια της Νελ πως “δεν υπάρχει πιο αστείο πράγμα από την δυστυχία”.
Ο Γιώργος Φράγκογλου, Ναγκ, και η Σοφία Μαρία Βούλγαρη, Νελ, τα απομεινάρια των γονιών του Χαμ, ήταν συγκινητικοί. Δυναμικές παρουσίες επί σκηνής, χωρίς υπερβολές, έβγαλαν μια γλυκιά τρυφερότητα μεταξύ τους, αναπόλησαν τις παλιές καλές μέρες της νεότητας και του έρωτα, εκεί που η ζωή, τα συναισθήματα και η χαρά συμβάδιζαν. Και αυτό σε κάνει να αναρωτιέσαι αν η νοσταλγία αυτή προέρχεται απλά από την σύγκριση με το τώρα ή είχαν όντως συναίσθηση τότε πως “ζούσαν’;
Η Γλυκερία Καλαϊτζή έχοντας ένα αξιόλογο έμψυχο υλικό κατάφερε να επικοινωνήσει άψογα την εξαρτησιογόνα υπόσταση των εαυτών και χαρακτήρων του έργου. Θυμίζοντας Κλαιρ και Σολάνζ, η μοναξιά τους είναι ανυπόφορη και μόνο ο “άλλος” μπορεί να τους σώσει, αλλά παράλληλα και να τους κατατροπώσει, υπενθυμίζοντας την και μόνο με την παρουσία του. Η σκηνοθέτιδα δούλεψε άρτια πάνω στο υποδόριο, μαύρο χιούμορ του Μπέκετ που μας υπνωτίζει και μας κάνει να γελάμε με την δυστυχία μας. Με όχημα την εξαιρετική μετάφραση του Νικηφόρου Παπανδρέου, διαχειρίστηκε με σεβασμό και καλαισθησία τον ιδιαίτερο κόσμο του Σάμιουελ Μπέκετ δίνοντάς μας μια υπέροχη παράσταση.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.maxmag.gr
Συντάκτης: Μαρίας Καστανάρα
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Γλυκερία Καλαϊτζή, Δημήτρης Ναζίρης, Έφη Σταμούλη συζητούν για το “παιχνίδι” του Μπέκετ – Θέατρο Τ
Οι συνήθεις «ύποπτοι» της θεατρικής σκηνής της Θεσσαλονίκης, μέλη του καλλιτεχνικού πυρήνα που ακούει στο όνομα Πειραματική Σκηνή της “Τέχνης” και δεν παύει να δίνει το παρόν με καλό, καθαρό θέατρο, επανέρχονται με ένα έργο πρόκληση για τους ίδιους και την πρόθεση να διεγείρουν το μυαλό του θεατή και να τον κάνουν συμμέτοχο, όπως δηλώνουν στη συνάντησή μας, με αφορμή την έναρξη των παραστάσεων, με το έργο Το Τέλος του Παιχνιδιού του Σάμιουελ Μπέκετ, στο Θέατρο Τ. Μια συζήτηση, με τους πρωταγωνιστές της παράστασης, Δημήτρη Ναζίρη και Έφη Σταμούλη και τη σκηνοθέτιδα Γλυκερία Καλαϊτζή, για το έργο, τον Μπέκετ και όχι μόνο. Είναι ο Μπέκετ, μόνο για μυημένους; Ποιά είναι η προσέγγιση του «ανυποψίαστου» θεατή;
Ο Χαμ, ένας ανάπηρος αφέντης και εξουσιαστής (δεν βλέπει και δεν περπατά), ζει το δικό του τέλος του κόσμου. Με μόνη συντροφιά τον υπηρέτη του Κλοβ, ο οποίος δεν μπορεί να καθήσει και τους δύο γέρους ανάπηρους γονείς του, που ζουν μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες, ο ήρωας του Μπέκετ προσπαθεί να διαχειριστεί την κωμωδία και την τραγωδία της ίδιας της ζωής.
–Διαβάζοντας για το έργο, κάποιος «ανυποψίαστος» θεατής, σκέφτεται με δέος Μπέκετ, ίσον υψηλή τέχνη, βαριά κουλτούρα, στενόχωρο δυσνόητο έργο, ίσως όχι για μένα. Τί ισχύει τελικά και τί σας έκανε, να επιλέξετε το συγκεκριμένο έργο;
Γλυκερία Καλαϊτζή.: «Είναι πράγματι λυπηρό το ότι έχει περάσει σε πολύ κόσμο, πως τέχνη είναι κάτι δυσνόητο για τους μη μυημένους. Βέβαια κάνουμε κι εμείς μερικές φορές ό,τι μπορούμε, γιατί δεν είναι και λίγες οι καλλιτεχνικές μπούρδες, που με την επίφαση της πρωτοπορίας, βασανίζουν το κοινό. Το κοινό, που αυτό που ζητά είναι καλό, καθαρό θέατρο.
Μου προτάθηκε, από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», να σκηνοθετήσω ένα έργο του Μπέκετ, που είναι πρόκληση για κάθε σκηνοθέτη και ηθοποιό, οποίος θέλει να αναμετρηθεί μαζί του. Ο Μπέκετ δίνει σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες, τις οποίες διαπιστώνεις, πως δεν μπορείς να αγνοήσεις. Ότι προσπαθήσεις να αλλάξεις, σε πετάει έξω. Έτσι, τις σέβεσαι και ακούς το κείμενο, προκειμένου με τη βοήθεια των ηθοποιών να το ζωντανέψεις στη σκηνή. Μπήκα σε αυτή τη διαδικασία, ανοιχτή να δοκιμαστώ σε ένα έργο που διαθέτει εσωτερική δύναμη και δομή και να αντιμετωπίσω, ως πρόκληση τη δυσκολία, να καθοδηγήσω τους ηθοποιούς, προκειμένου να εκμαιεύσω από αυτούς, την ερμηνεία που θα ζωντανέψει τον παιγνιώδη τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας πραγματεύεται το τι είναι η ζωή. Η εμμονή που έχω ως σκηνοθέτης είναι να μη βαριέται το κοινό. Είναι κάτι που δεν το αντέχω. Χρειάζεται να οργανώσεις το σκηνικό παιχνίδι έτσι, ώστε το κοινό να συμμετέχει, να δημιουργηθεί «σχέση».
«Το Τέλος του Παιχνιδιού» είναι ένα έργο που δεν δίνει μασημένη τροφή στον θεατή, αλλά ξυπνά και διεγείρει τον εγκέφαλό του. Τον βάζει και κατά τη διάρκεια της παράστασης, αλλά ακόμη κι όταν φύγει, στη διαδικασία να επεξεργαστεί εκ νέου ό,τι άκουσε και είδε, να το συζητήσει, να το μοιραστεί, να δει τις αναφορές και τις προεκτάσεις του. Τις μεγάλες αλήθειες της ζωής και τις αγωνίες, τα παράδοξα και τις αναζητήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, που κρύβονται στις απλές λέξεις, τον σαρκασμό και το χιούμορ».
-Χαμ: «…είχα μια μεγάλη πληγή στο στήθος».
-Κλοβ: « Η καρδιά σου θα ήταν».
-Χαμ: «Μπα. Ήταν κάτι ζωντανό».
-Μια από τις πολλές φράσεις με ειδικό βάρος, που πέρασαν με απλότητα και φυσικότητα επί σκηνής, αφήνοντας το αποτύπωμά τους.
Εφη Σταμούλη: «Αυτό είναι η επιτυχία και η μαγεία μιας παράστασης για εμάς. Η κάθε φράση που θα χαραχτεί στη μνήμη του θεατή και θα την πάρει μαζί του, θα την ξανασκεφτεί, θα τη συζητήσει. Επίσης θεωρώ, πως ο μη μυημένος θεατής που βλέπει την παράσταση, διαθέτει μια καθαρή ματιά που είναι ανεπηρέαστη από φόρμες και την παγίδα συγκρίσεων, με αντίστοιχες στο παρελθόν. Κρίνει ανάλογα με αυτό που εισπράττει εκείνη τη δεδομένη στιγμή και καταλήγει αν του αρέσει ή όχι, βασισμένος λοιπόν, στα προσωπικά του κριτήρια και οπτική, ανακαλύπτει και φωτίζει τις αλήθειες που τον άγγιξαν.
Σε ένα έργο, όπως το «Το Τέλος του Παιχνιδιού», στο οποίο δεν καλείσαι να παίξεις τον ρόλο με εμφατικό τρόπο, αλλά να τον υπηρετήσεις με απλότητα και αφαιρετική διάθεση, αυτή η απλότητα υπήρξε και η βασική δυσκολία. Να παίξεις ανάλαφρα και να κάνεις κατανοητό ένα έργο που μιλά για τη ματαιότητα της ύπαρξης και το τελεσίδικο του θανάτου, με ένα χιούμορ που δεν σε αφήνει να πλήξεις».
Γλυκερία Καλαϊτζή: «Δεν υπάρχει πιο αστείο, από την ανθρώπινη δυστυχία», λέει η μητέρα του Χαμ και μια τόσο συγκλονιστική φράση, η οποία εμπεριέχει όλη τη ματαιότητα της ζωής, πρέπει σκηνικά να αποδοθεί σαν αέρας.
Έφη Σταμούλη: «Οι σκηνοθετικές οδηγίες του Μπέκετ δεν μπορούν να αγνοηθούν. Όσες επεμβάσεις και διαφοροποιήσεις κι αν δοκιμάσαμε, καταλήξαμε σε αυτές. Δεν είναι τυχαίο, πως ο ίδιος σκηνοθετούσε τα έργα του και μου είναι αξέχαστη η παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» που είχα δει στο Λονδίνο, σκηνοθετημένη από τον ίδιο. Μια παράσταση που ξεκαρδιζόσουν στα γέλια.
Θα πρέπει να παραδεχτώ, πως αντιστάθηκα αρχικά στην πρόταση της Γλυκερίας να παίξω τον ρόλο του Κλοβ με τρόπο κλοουνίστικο, για να αντιληφθώ στην πορεία, ότι έδινε την υπόσταση που χρειαζόταν ο ρόλος μου. Ένας κλόουν, τον οποίο η Γλυκερία έχει εξανθρωπίσει. Ένα άβουλο ον, το οποίο δεν σκέφτεται, παρά μόνο εκτελεί, αρνούμενος στον Χαμ τη χαρά του διαλόγου και της επικοινωνίας, τα οποία έχει ανάγκη. Ένα δίπολο αφέντη (δυνάστη)- δούλου, που ο ένας βασανίζει τον άλλο με τον τρόπο του. Αλληλοεξαρτημένοι και αφημένοι στη ματαιότητα της ύπαρξής τους».
Χαμ: «Δεν θα σου δώσω κανένα παξιμάδι».
Κλοβ: «Τότε θα πεθάνουμε και οι δύο».
Χαμ: «Καλά. Θα σου δώσω μισό».
….
Χαμ: «Τι υπάρχει στον ορίζοντα;»
Κλοβ: «Τι μπορεί να υπάρχει στον ορίζοντα;»
Δημήτρης Ναζίρης: «Την πρώτη φορά που είδα το «Το Τέλος του Παιχνιδιού», ήμουν πολύ μικρός. Το θυμόμουν ως ένα έργο δυσνόητο, στο οποίο παρ’ όλα αυτά υπήρχε μια γοητεία, προερχόμενη από την αίσθηση που μου άφησε η ιδιότυπη σχέση των Χαμ και Κλοβ και τώρα τον ανακαλύπτω ξανά στα 66 μου χρόνια. Δεν είναι ένα έργο που απαιτεί μόνο σκηνοθετική ματιά και ερμηνευτική δεινότητα, αλλά και μεταφραστική ματιά. Η απόδοση της μετάφρασής του είναι ουσιαστικής σημασίας, για τη σωστή μεταφορά του ύφους του συγγραφέα και του έργου του και εδώ θα πρέπει να αναφέρω, ότι «κατηγορούμαι», πως συμμετείχα στη μετάφρασή του. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ψάξιμο προκειμένου, μέσα από απλά λόγια, λέξεις και μικρές φράσεις, να αποδοθεί, με ακρίβεια, το νόημα κάθε διαλόγου και σκηνής.
Ο Χαμ, συνειδητοποιώντας τη ματαιότητα της ύπαρξής (γεννιόμαστε και πεθαίνουμε), δεν χαίρεται τη ζωή. Βρίσκει ευχαρίστηση και νόημα, στο μαρτύριο των άλλων. Ταυτόχρονα, αποζητά από τον Κλοβ μια εκδήλωση ή δήλωση αγάπης «Κάποτε μ’ αγαπούσες όμως…» και βγάζει το καπέλο του ως φόρο τιμής στο θάνατο των γονιών του, τους γεννήτορες, τους οποίους μέχρι τότε βασάνιζε».
Έφη Σταμούλη: «Και εδώ θέτω την ανοιχτή ερώτηση, αναζητώντας απάντηση. Τί εξυπηρετεί στο έργο, η ύπαρξη των ανήμπορων γονιών του; Θα μπορούσαν αυτά τα δύο πρόσωπα, να μην υπάρχουν καθόλου».
–Υποθέτω πως είναι η αναφορά στην αγάπη και την επαφή, την οποία όλοι αποζητούν κατά βάθος, ως το τέλος της ζωής τους. Ενώ στο δίπολο Κλοβ-Χαμ συναντάμε την παραίτηση και το βήμα που δεν κάνουμε για μια άλλη, καλύτερη ζωή: Χαμ: «Ούτε έφυγες, ούτε πέθανες», Κλοβ: «Νοερά μόνο», οι γονείς μιλούν με τρυφερότητα και αγάπη μεταξύ τους, παρά την άθλια κατάστασή τους. Η αγάπη μπορεί ν’ ανθίσει και στα «σκουπίδια». Άλλωστε και ο σκληρός Χαμ και ο πατέρας του χρησιμοποιούν τη φράση «Θα μου δώσεις ένα φιλάκι;», εκλιπαρώντας για μια στιγμιαία έστω κίνηση τρυφερότητας, αγάπης, επαφής, ο ένας από τον υπηρέτη του και ο άλλος από τη σύζυγό του. Και φτάνοντας έτσι,στο τέλος αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης, θα ήθελα να μου πείτε τη φράση που πιστεύετε, ότι αντιπροσωπεύει αυτό το έργο.
Το Τέλος του Παιχνιδιού:
«Ο πόνος να είσαι ζωντανός»
«Το παιχνίδι της ματαιότητας»
«Η προσπάθεια να συνεχίσεις να ζεις»
Τις παραθέτω, χωρίς να αναφέρω ποιος είπε την κάθε μια και περιμένω το δικό σας σχόλιο, όταν δείτε την παράσταση στο Θέατρο Τ, που κλείνει με τους υπέροχους μονολόγους του Κλοβ και του Χαμ και τη φράση: «Συνεχίζουμε…».
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: artandpress.gr
Συντάκτης: Μαρία Μαυρίδου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 16.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
Για την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» δεν θα έρθει «Το τέλος του παιχνιδιού»
Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης μετά από ένα διάστημα σιωπής και χωρίς σταθερή στέγη πλέον, παρουσιάζει από την περασμένη Παρασκευή «Το Τέλος του Παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ στο Θέατρο Τ. Η Έφη Σταμούλη δε «βολεύτηκε» στα πούπουλα του ΚΘΒΕ κι επιμένει να είναι η αγαπημένη αλήτισσα θεατρίνα της πόλης (ας μου επιτρέψει αυτή την έκφραση) αυτή τη φορά ενσαρκώνοντας έναν σάπιο μπεκετικό κλόουν.
Γιατί αυτό είδα τη Δευτέρα στη σκηνή του θεάτρου Τ: τέσσερις ωραίους, παλιάς κοπής θεατρίνους, από αυτούς που τα λόγια τους τα ανασαίνουν, δεν τα περιφέρουν μέσα σε αμήχανα κορμιά. Τόσο ο Δημήτρης Ναζίρης ως Χαμ, όσο και η Έφη Σταμούλη ως Κλοβ δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας. Ο πρώτος ακροβατώντας ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό χωρίς να πέφτει στην παγίδα του μελό αφού είναι παλιά καραβάνα και η δεύτερη ενσαρκώνοντας τον μπεκετικό κλόουν χωρίς να γίνεται καρικατούρα και να εκβιάζει το γέλιο, αφού ο ρόλος είναι τραγικός και μέσα από την τραγικότητα κωμικός, όχι γελοίος. Και η Σοφία Βούλγαρη όμως και ο Γιώργος Φράνκογλου είναι εξαιρετικοί ως Νελ και Ναγκ αντίστοιχα. Είναι συγκινητικό το πώς δυο πλάσματα σε σήψη μπορούν και αποπνέουν τόση φρεσκάδα. Βέβαια και η μετάφραση του Νικηφόρου Παπανδρέου είναι ιδιαίτερα γαργαλιστική.
Σε ό,τι αφορά το έργο, σίγουρα δεν πρόκειται για ένα έργο που μπορούν να παρακολουθήσουν όλοι. Ο Χαμ, τυφλός και καθηλωμένος σε αναπηρική πολυθρόνα εξαρτάται πλήρως από τον παραγιό του Κλοβ, ο οποίος δεν μπορεί να καθίσει. Μαζί τους στο σπίτι οι ανάπηροι γονείς του που ζουν μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες που τους χρησιμεύουν ως στηρίγματα από τότε που έχασαν τα πόδια τους σε ποδηλατικό ατύχημα. Τα παράθυρα είναι σε σημεία τέτοια που δεν προσφέρουν ούτε φως, ούτε ζεστασιά, ούτε θέα. Μούχλα σκαρφαλώνει στους τοίχους. Το περιβάλλον αναδίδει σήψη και αποφορά.
Το σήμερα είναι ανυπόφορο και ακόμα και η πιο αηδιαστική εικόνα από το χτες μοιάζει ευτυχέστερη. Είναι όλοι τους ανυπόφορα δυστυχισμένοι κι όμως παραμένουν πεισματικά γραπωμένοι από μια μίζερη και εξαθλιωμένη ζωή ακόμα και ζώντας μέσα στις ίδιες τους τις ακαθαρσίες, τρώγοντας ένα παξιμάδι, χάνοντας αγαπημένα πρόσωπα.
Ολόκληρο το έργο είναι μια σειρά από ατάκες μαχαιριές στο τίποτα του σημερινού ανθρώπου που «γλύφει το παξιμάδι του… και η ζωή συνεχίζεται». Κι αν έχεις κρατήσει δέκα σελίδες σημειώσεις, αισθάνεσαι έπειτα τόσο λίγος να γράψεις για μια παράσταση όπου το νόημα έχει ξεπεράσει τον χρόνο και η ερμηνεία ζει στον χώρο.
Ένα ακόμα από τα πράγματα που ξεχωρίζουν την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» είναι οι εξαιρετικά μορφωμένοι της συντελεστές, κάτι που γίνεται αντιληπτό από την αισθητική των σκηνικών και των κουστουμιών μέχρι τα θεατρολογικά στοιχεία που αναφέρονται στο δίπτυχο της παράστασης. Ας μην ξεχνάμε και τα «Θεατρικά Τετράδια» κάποια από τα οποία ευτυχώς διασώζονται και ηλεκτρονικά! Διαβάστε εδώ ένα αφιέρωμα στον Μπέκετ, θα σας πει πολλά περισσότερα από όσα μπορώ να γράψω εγώ!
Εύχομαι η συγκεκριμένη παράσταση να αποτελέσει το όχημα μέσω του οποίου η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» θα μπορέσει και πάλι να κάνει θέατρο όπως μόνο αυτή ξέρει.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.thinkfree.gr
Συντάκτης: Κατερίνα Νικολάου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 16.05.2017
Παράσταση: Το τέλος του παιχνιδιού
Δημοσιεύματα
"ΟΔΥΣΣΕΙΑ" (κριτική)
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://diogeneswords.blogspot.gr
Συντάκτης: Διογένης Παπαδόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 04.10.2015
Παράσταση: Οδύσσεια-Ε΄ (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
Η βασίλισσα της πίσω αυλής
Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει
Καίσαρ Εμμανουήλ, Teadium Vitae
Δεν είναι δύσκολο να ποτίσεις τη νοοτροπία της «πίσω αυλής». Δεν πα’ να κρύβεις μέσα σου όλο το φως του κόσμου, να τρέχει το βλέμμα και ο λογισμός σου πέρα από τον φράχτη, λίγο να πέσεις σε αντίπαλο με στρατηγική, λίγο οι συγκυρίες, λίγο να την τραβάει ο οργανισμός σου την παραχωρητική υποτακτική, δε θέλει και πολύ να ξεμείνεις, δευτεραγωνιστής, εκεί που δε φτάνουν τα φώτα, τυφλός προς τα ψεγάδια σου και την κάθοδο που έχει ήδη ξεκινήσει.
Εδώ μια πόλη ολόκληρη καμώνεται τη βασίλισσα χωμένη στην πίσω αυλή της. Η Μις «συμ-» (-πρωτεύουσα ενίοτε, -βασιλεύουσα άλλοτε) κερνάει τέια τους πρωτευουσιάνους επισκέπτες της, επιδεικνύοντας σκονισμένες πολαρόιντ από περασμένα μεγαλεία ή ακκιζόμενη με τα λιγοστά καινούρια κοσκινάκια της, μην και της πουν πως δεν περνάει η μπογιά της για χορό.
Είναι άλλοι, πιο αρμόδιοι από μένα για να κάνουν τον (μάλλον φτωχό) φετινό θεατρικό απολογισμό της, αλλά δεν έχει καλύτερες μέρες να μιλήσεις για όλα αυτά, από τούτες, που σύσσωμη μεταλαβαίνει θεατρικές εισαγωγές, είδη ανάγκης και όχι πολυτελείας, ξεμπροστιάζοντας την ένδειά της, μα και την πεισμονή της να μη δέχεται πως τίποτα πια δεν μπορεί να κερδηθεί «αναίμακτα».
Ενώ λοιπόν οι μαρκίζες γεμίζουν αθηναϊκά ονόματα, στο Δημοτικό Θεάτρο της Καλαμαριάς, η νομάς Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στήνει μια κωμικοτραγική αλληγορία για την υψηλή τέχνη του (αυτο-)εγκλωβισμού, παρουσιάζοντας το έργο «Η βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτιν Μακ Ντόνα. Ο ιρλανδός συγγραφέας γράφει το 1996, στα 26 του χρόνια, μια μαύρη κωμωδία για την κατάρα των σχέσεων αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε μια αυταρχική, ηλικιωμένη, ξεμωραμένη κατά το δοκούν, μάνα, και την -ταγμένη να την νταντεύει- σπαταλημένη κόρη της. Μια ιστορία αμοιβαίου «κανιβαλισμού», απότοκο φθοράς, φόβου, παραίτησης, σιχαμάρας και παράνοιας, και την ίδια στιγμή, ένα μελαγχολικό αφήγημα για τα εθνικά ήθη, για τις χώρες και τις γλώσσες, για τον αγγλικό βραχνά και το αμερικάνικο όνειρο.
Στη μεταφορά του έργου από την Πειραματική Σκηνή, οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί παραμένουν, αλλά οι συνηχήσεις τους απενεργοποιούνται. Το σκηνικό, με φωτισμό και ήχους θαρρείς βγαλμένους από χειρουργείο ή νυχτερινή βιτρίνα χασάπικου, ανοίκειο, αλλά καθολικό, δεν έχει τόπο, είναι τοπίο. Μένει μόνο αυτή η κλειστοφοβική αίσθηση, ο γνώριμος πνιγμός της σφιχτής οικογενειακής αγκάλης. Η έναρξη του έργου συμπίπτει με μια ήδη τετελεσμένη κάθοδο. Στα αυτιά μας φτάνουν οι ήχοι από το ήδη επελθόν στρίψιμο της βίδας, εκείνης που θα εξακολουθήσει να διαπερνά με όπλο το διαβρωτικά πικρόχολο χιούμορ του Μακ Ντόνα την ευαίσθητη επιφάνεια της επιρρεπούς μας φύσης. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια καλά ενορχηστρωμένη διελκυστίνδα, ανάμεσα στο «μες-στα-μούτρα-σου» κι εκείνη την εντύπωση για την οποία έγραφε ο Χένρυ Τζέημς: «Το σημαντικό είναι να παρουσιάσει κανείς το θαυμαστό και το παράξενο περιοριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο να δείξει την αντανάκλασή τους πάνω σε μιαν ευαισθησία, αναγνωρίζοντας ότι το κυριότερο στοιχείο συνίσταται σε κάποια δυνατή εντύπωση που προκαλούν και η οποία γίνεται έντονα αισθητή».*
Η αίσθηση εντείνεται. Μια σειρά από ευρήματα, αντικείμενα συμβολικού φορτίου, μηχανικά επαναλαμβανόμενες κινήσεις, και ένας κλοιός που ολοένα σφίγγει κλιμακώνουν την αίσθηση εγκλεισμού: τώρα πια τίποτα δε μας σώζει, και, κυρίως, όχι αναίμακτα. Το έργο παίζει το στοίχημα του τελευταίου χαρτιού με τη μορφή του από μηχανής θεού έρωτα: θα βρεις τη νηφαλιότητα να αρπάξεις την τελευταία ευκαιρία και να επαναστατήσεις ή θα παραδοθείς στη ζωή στην πίσω αυλή; Η μάνα θα κάψει το τελευταίο χαρτί και η κόρη θα υποταχθεί, οδηγώντας και τις δυο τους στην καταστροφή, υπενθύμιση πριν όλα χαθούν, ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι «αυτή η αόρατη καταραμένη δύναμη που ξέρει πάντα το καλό μας», αλλά η αόρατη υποταγή στο αθόρυβο στρίψιμο της βίδας, η αυτοεξορία στην πίσω αυλή.
Με την σαφή, ενδιαφέρουσα, προσωπική προοπτική της σκηνοθέτιδας Χριστίνας Χατζηβασιλείου, με το επί σκηνής «σεμινάριο» υποκριτικής από την Έφη Σταμούλη (Μαγκ), τα κρεσέντα της Σοφίας Βούλγαρη (Μωρήν) και έναν ευφάνταστο Κωστή Ραμπαβίλα, η παράσταση, παρά τις όποιες αδύναμες στιγμές της, είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις αυτόχθονου καλού θεάτρου στη μικρή μας πόλη. Σοβαρή, αν και αμήχανη (της λείπει το δικό της «σπίτι» της Πειραματικής, και θέατρο υπό προϋποθέσεις δεν μπορεί να γίνεται επί μακρόν), «η βασίλισσα της ομορφιάς» μοιάζει να λέει ότι ίσως, τουλάχιστον θεατρικά, κάτι μπορεί να μας σώσει.
* Πρόλογος στα φανταστικά διηγήματα του Χένρυ Τζέημς. Από το Επίμετρο στο «Στρίψιμο της Βίδας», Άγρα, Αθήνα, 2005
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.elculture.gr
Συντάκτης: Μαρίνα Κοντού
Ημερομηνία δημοσίευσης: 15.04.2015
Παράσταση: Η βασίλισσα της ομορφιάς
Δημοσιεύματα
Θεατρικό πανόραμα της Θεσσαλονίκης στη σαιζόν '86 - '87
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεατρικά γεγονότα και ζητήματα
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.01.1993
Παράσταση: Η τριλογία του παραθερισμού
Δημοσιεύματα
Θεατρικό πανόραμα της Θεσσαλονίκης στη σαιζόν '86 - '87
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεατρικά γεγονότα και ζητήματα
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.01.1993
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Μαθήματα θεατρικού ήθους
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Πρώτη
Συντάκτης: Χρίστος Χειμάρας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 23.09.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Το θέατρο στη Θεσσαλονίκη του '86 - '87
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.07.1987
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Στον Βορρά ο έπαινος...
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελεύθερος Τύπος
Συντάκτης: Βάιος Παγκουρέλης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05.09.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Νησίδες
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Η Λέξη
Συντάκτης: Γιάννης Βαρβέρης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.09.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
"Νύχτες χαμένων ερώτων"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Αντί
Συντάκτης: Άντεια Φραντζή
Ημερομηνία δημοσίευσης: 11.04.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Θεατρικός απολογισμός του 1986
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 06.06.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Θεατρικός χειμώνας, μια ανασκόπησή του
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Νίκος Μπακόλας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30.04.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Ο πόνος του έρωτα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελευθεροτυπία
Συντάκτης: -
Ημερομηνία δημοσίευσης: 28.08.1986
Παράσταση: Νύχτες χαμένων ερώτων
Δημοσιεύματα
Μαθήματα θεατρικού ήθους
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Πρώτη
Συντάκτης: Χρίστος Χειμάρας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 23.09.1986
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
Στον Βορρά ο έπαινος...
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελεύθερος Τύπος
Συντάκτης: Βάιος Παγκουρέλης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05.09.1986
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
Νησίδες
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Η Λέξη
Συντάκτης: Γιάννης Βαρβέρης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.09.1986
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
Θέατρο
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελευθεροτυπία
Συντάκτης: Νίκος Ζακόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 17.09.1986
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
Θεατρικός χειμώνας, μια ανασκόπησή του
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Νίκος Μπακόλας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30.04.1986
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
Θεατρικός απολογισμός του 1986
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 06.06.1986
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
Γκέρνυ, "Η Τραπεζαρία" από την Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Γιώργος Κιτσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03.06.1987
Παράσταση: Η τραπεζαρία
Δημοσιεύματα
...Και μια "Βεγγέρα" στις παρυφές του
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Γυναίκα
Συντάκτης: Άννυ Κολτσιδοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.09.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Τρίπτυχο
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Τα Νέα
Συντάκτης: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03.10.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Πρόδρομος του παραλογισμού ή καθρέπτης των παραλογισμών μας;
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Εξόρμηση
Συντάκτης: Ανδρέας Ιωάννου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21.09.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Απολογισμός του θεατρικού χειμώνα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18.05.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Η "Βεγγέρα" του Καπετανάκη
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Καθημερινή
Συντάκτης: Τάσος Λιγνάδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 04.03.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Παράσταση κομψοτέχνημα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13.01.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Η "Βεγγέρα": Μπυρλέσκ θέαμα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ειδήσεις
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 27.01.1984
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Καπετανάκη, "Η Βεγγέρα" από την Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Νίκος Μπακόλας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30.11.1983
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
"Η Βεγγέρα"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Αντί
Συντάκτης: -
Ημερομηνία δημοσίευσης: 02.12.1983
Παράσταση: Η Βεγγέρα
Δημοσιεύματα
Αριστοφανικός κομμουνισμός
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Καθημερινή
Συντάκτης: Τάσος Λιγνάδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19.09.1984
Παράσταση: Εκκλησιάζουσες
Δημοσιεύματα
Το όραμα της κοινοκτημοσύνης
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 20.07.1984
Παράσταση: Εκκλησιάζουσες
Δημοσιεύματα
Αριστοφάνη, "Εκκλησιάζουσες", από την Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Νίκος Μπακόλας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 25.07.1984
Παράσταση: Εκκλησιάζουσες
Δημοσιεύματα
"Εκκλησιάζουσες" με κέφι
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18.09.1984
Παράσταση: Εκκλησιάζουσες
Δημοσιεύματα
"Το παιχνίδι της σφαγής"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Γυναίκα
Συντάκτης: Άννυ Κολτσιδοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21.08.1985
Παράσταση: Το παιχνίδι της σφαγής
Δημοσιεύματα
Το παιχνίδι της σφαγής
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Αντί
Συντάκτης: -
Ημερομηνία δημοσίευσης: 02.08.1985
Παράσταση: Το παιχνίδι της σφαγής
Δημοσιεύματα
Παιχνίδι θεατρικών ειδών
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03.08.1985
Παράσταση: Το παιχνίδι της σφαγής
Δημοσιεύματα
Μια άλλη γοητεία...
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Εικόνες
Συντάκτης: -
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21.08.1985
Παράσταση: Το παιχνίδι της σφαγής
Δημοσιεύματα
Μαθήματα θεατρικού ήθους
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Πρώτη
Συντάκτης: Χρίστος Χειμάρας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 23.09.1986
Παράσταση: Η φιλονικία
Δημοσιεύματα
Στον Βορρά ο έπαινος...
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελεύθερος Τύπος
Συντάκτης: Βάιος Παγκουρέλης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05.09.1986
Παράσταση: Η φιλονικία
Δημοσιεύματα
"Η φιλονικία"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελληνικός Βορράς
Συντάκτης: Γιώργος Κιτσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 20.07.1986
Παράσταση: Η φιλονικία
Δημοσιεύματα
Φτωχός απολογισμός του θεατρικού 1983
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Νίκος Μπακόλας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18.01.1984
Παράσταση: Ο Αλχημιστής
Δημοσιεύματα
Μπεν Τζόνσον: Ο "Αλχημιστής" από την Πειραματική Σκηνή
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Νίκος Μπακόλας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 27.07.1983
Παράσταση: Ο Αλχημιστής
Δημοσιεύματα
Παράσταση εμψυχωμένη και δεξιότεχνη
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 29.07.1983
Παράσταση: Ο Αλχημιστής
Δημοσιεύματα
Ασταθείς και πολύπλοκες προσεγγίσεις του θεάτρου
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 04.06.1982
Παράσταση: Θείος Βάνιας
Δημοσιεύματα
Η πειθώ της πείρας
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 17.04.1982
Παράσταση: Θείος Βάνιας
Δημοσιεύματα
Η ποίηση και η ανθρωπιά του Τσέχωφ
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 02.04.1982
Παράσταση: Θείος Βάνιας
Δημοσιεύματα
Θείος Βάνιας του Α. Τσέχοφ από την Πειραματική Σκηνή
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μεσημβρινή
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 26.03.1982
Παράσταση: Θείος Βάνιας
Δημοσιεύματα
Ο πανταχού παρών, απών
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Τα Νέα
Συντάκτης: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 10.11.1997
Παράσταση: Περιμένοντας τον Γκοντό
Δημοσιεύματα
Θεατρικά πεπραγμένα του χειμώνα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 12.06.1981
Παράσταση: Περιμένοντας τον Γκοντό
Δημοσιεύματα
Ο Αχιλλέας και η χελώνα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13.05.1981
Παράσταση: Περιμένοντας τον Γκοντό
Δημοσιεύματα
"Περιμένοντας τον Γκοντό" στη Θεσσαλονίκη
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Επίκαιρα
Συντάκτης: Τάσος Λιγνάδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 12.03.1981
Παράσταση: Περιμένοντας τον Γκοντό
Δημοσιεύματα
"Περιμένοντας τον Γκοντό" με λέξεις και ισοδύναμες σιωπές
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μεσημβρινή
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 20.02.1981
Παράσταση: Περιμένοντας τον Γκοντό
Δημοσιεύματα
"Ψαχουλεύοντας" το μεγάλο μυστικό της ανθρωπότητας
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30.01.1981
Παράσταση: Περιμένοντας τον Γκοντό
Δημοσιεύματα
Το ποιητικό θέατρο του Λόρκα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 04.12.1981
Παράσταση: Των ερώτων τα θαύματα
Δημοσιεύματα
Δελτίο ειδήσεων
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Δ. Ν. Μαρωνίτης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21.11.1981
Παράσταση: Των ερώτων τα θαύματα
Δημοσιεύματα
Παράσταση δημιουργική και ποιητικότατη
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 23.07.1982
Παράσταση: Αχαρνής
Δημοσιεύματα
Ασταθείς και πολύπλοκες προσεγγίσεις του θεάτρου
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 04.06.1982
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
Θεατρικά πεπραγμένα του χειμώνα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 12.06.1981
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
"Οδύσσεια"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Καθημερινή
Συντάκτης: Στάθης Ιω. Δρομάζος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05.08.1981
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
Παίζοντας θέατρο για τα παιδιά
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Επίκαιρα
Συντάκτης: Τάσος Λιγνάδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 02.04.1981
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
"Οδύσσεια" για μικρούς και μεγάλους
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μεσημβρινή
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13.02.1981
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
Θέατρο για παιδιά
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 11.02.1981
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
Ένας ύμνος στο ανθρώπινο κουράγιο
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 07.11.1980
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
"Οδύσσεια"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ελεύθερη φωνή
Συντάκτης: Α. Μ. Ερμάνος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01.11.1980
Παράσταση: Οδύσσεια (Σκηνές από το ομηρικό έπος)
Δημοσιεύματα
Αυτοσχεδιασμοί και πολιτικά μηνύματα από θεατρικές ομάδες
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μεσημβρινή
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 22.09.1980
Παράσταση: Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Δημοσιεύματα
Η στρατηγική του παιγνίου
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Το Βήμα
Συντάκτης: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 10.09.1980
Παράσταση: Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Δημοσιεύματα
Κριτική παρουσίαση θεατρικών παραστάσεων: "Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Τα Νέα
Συντάκτης: Αλκιβιάδης Μαργαρίτης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 06.09.1980
Παράσταση: Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Δημοσιεύματα
Όνειρο θερινής νυκτός
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ταχυδρόμος Βόλου
Συντάκτης: Σταύρος Βασαρδάνης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 22.06.1980
Παράσταση: Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Δημοσιεύματα
Αλλού το όνειρο και αλλού ο Σαίξπηρ!
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 25.04.1980
Παράσταση: Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Δημοσιεύματα
Παράσταση διπλά αποκαλυπτική στη Θεσσαλονίκη
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μεσημβρινή
Συντάκτης: Ελένη Βαροπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19.04.1980
Παράσταση: Η πόλη
Δημοσιεύματα
Η "Πόλη" από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 28.03.1980
Παράσταση: Η πόλη
Δημοσιεύματα
Θεατρικά πεπραγμένα του χειμώνα
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 12.06.1981
Παράσταση: Ρασομόν
Δημοσιεύματα
Μια συνταγή εξωτική
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 24.10.1980
Παράσταση: Ρασομόν
Δημοσιεύματα
"Ποίηση-Θέατρο" απόψε από την Πειραματική Σκηνή
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Θεσσαλονίκη
Συντάκτης: Ηρώ Βακαλοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 06.02.1980
Παράσταση: Γιάννης Ρίτσος [Αναλόγιο]
Δημοσιεύματα
Συγκίνησαν το λαό του Κιλκίς οι εκδηλώσεις της "Τέχνης"
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Ο Μαχητής του Κιλκίς
Συντάκτης: Σταύρος Φάσσος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03.05.1980
Παράσταση: Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Παράσταση: Γιάννης Ρίτσος [Αναλόγιο]
Παράσταση: Διαβάζοντας Ελύτη [Αναλόγιο]
Δημοσιεύματα
Η θαμμένη κόρη
Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης μπορεί να στερήθηκε πιθανόν τη μόνιμη στέγη της τα τελευταία χρόνια, δεν διέκοψε όμως την οργανική επαφή της με την πόλη. Με μια νέα στρατηγική, λοιπόν, που θυμίζει το παλιό εκείνο «αντάρτικο» των πρώτων πειραματικών θιάσων της μεταπολίτευσης, επανέρχεται αυτή τη φορά στο Δημοτικό της Καλαμαριάς, με ένα καθιερωμένο έργο, τη «Βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, σε μια νέα σκηνοθετική ματιά, της Χριστίνας Χατζηβασιλείου.
Θυμίζω βιαστικά τον δραματουργικό καμβά του έργου: Σε κάποιο ορεινό χωριό της Ιρλανδίας ζουν η σαραντάρα Μορίν με τη γριά μητέρα της, Μαγκ. Η Μορίν πέρασε προφανώς τα νιάτα της γηροκομώντας μια δύσκολη μητέρα, απαιτητική, πανούργα, αλλά -κι αυτό ίσως είναι το χειρότερο- εξαιρετικά φοβισμένη. Η συνεχής τριβή στα στενά όρια του σπιτιού και της καθημερινότητας, η ρουτίνα, η αδιέξοδη επανάληψη και η προοπτική ενός αύριο που μοιάζει από το παρόν ακυρωμένο, έχει μετατρέψει μάνα και κόρη σε απειλητικά, άγρια ζώα κλεισμένα στο ίδιο κλουβί. Δεν τηρείται πια κανένα πρόσχημα: η μια σιχαίνεται ανοιχτά την άλλη και τη μισεί, η μια βασανίζει την άλλη με όλους τους πιθανούς τρόπους -σωματικά, ψυχολογικά, υπαρξιακά. Και, βέβαια, όπως επίσης συχνά συμβαίνει, οι δυο τους συνδέονται, εκτός από το μίσος, με την αδιόρατη κλωστή της ανάγκης και της καταναγκαστικής αφοσίωσης. Είναι μια συγκατοίκηση κοντινή στον «κανιβαλισμό», ο οποίος διεξάγεται κάθε μέρα με ένα τελετουργικό παιχνίδι αλληλοεξόντωσης.
Οικείος εφιάλτης
Σε ποιον όλο αυτό θυμίζει οικείες καταστάσεις; Αν η γεωγραφία κάνει την ιστορία στο ιρλανδικό χωριό τού Λιν να μοιάζει πιθανόν μακρινή, η κατάσταση που περιγράφει ο Μακ Ντόνα μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη: μια -ακόμη μία- νέα γυναίκα εγκλωβισμένη ανάμεσα στο χρέος και στους εφιάλτες μιας οριστικά θαμμένης ζωής. Δεν λέω περισσότερα για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα που περιμένει τον θεατή της παράστασης.
Αν φημίζεται για κάτι ο Μακ Ντόνα (και, θα μου επιτραπεί να πω, ολόκληρο το νεότερο ιρλανδικό θέατρο) είναι γι’ αυτή την ικανότητα να εμπλουτίζει τη μεγάλη σχολή του βρετανικού θεάτρου με την αύρα της ιρλανδικής ιθαγένειας και την ένταση ενός «στα μούτρα μας» εφιάλτη. Με πράγματα που μοιάζουν μαζί κοντινά και γνώριμα, όσο και ανοίκεια και τερατώδη. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται συνήθως αλλού, τουλάχιστον για έναν νέο σκηνοθέτη: είναι πως το συγκεκριμένο έργο του ΜακΝτόνα έχει παιχτεί και ξαναπαιχτεί. Εχει πλέον εγγραφεί στο θέατρό μας και έχει αποκτήσει ταυτότητα. Εργα όπως η «Βασίλισσα της ομορφιάς» μοιάζουν από πολλές απόψεις «τελειωμένα». Παίζονται όχι σαν κάποια νέα καλλιτεχνική πρόταση, αλλά σαν προεξοφλημένη επιτυχία μιας παλαιότερης πρωτοποριακής εφεδρείας.
Κι όμως, αυτό που παρακολούθησα στο Θέατρο της Καλαμαριάς ήταν μια εικόνα απολύτως φρέσκια. Θα έλεγα ακόμη πως ήταν μια εικόνα της «Βασίλισσας» που θα έπρεπε ίσως να την έχουμε ήδη δει. Η απόδοση της Χατζηβασιλείου κινήθηκε αντίθετα απ’ ό,τι θα χαρακτήριζε το έργο «ηθογραφία». Με πρώτο και διόλου ασήμαντο στοιχείο της ρήξης της το ίδιο το σκηνικό.
Σπίτι χωρίς ψυχή
Η σκηνογραφία της Ολγας Χατζηιακώβου θυμίζει αληθινά περισσότερο κρεοπωλείο παρά κάποιο ιρλανδικό χωριατόσπιτο. Στη μέση απλώνεται ένα τραπέζι, μακρύ και χαοτικό, για να μεταφέρει τη διάθεση μιας ανόρεκτης επιμέλειας. Και γύρω κρέμονται μαγειρικά σκεύη, εργαλεία που αιωρούνται και μετεωρίζονται με τις κινήσεις των ηθοποιών.
Τα πάντα στη διδασκαλία της Χατζηβασιλείου στοχεύουν στην ανισορροπία και τον μετεωρισμό, στην εμπέδωση ενός εχθρικού κλίματος ανοικείωσης. Αυτό το σπίτι δεν μπορεί ποτέ να γίνει «σπιτικό». Δεν διαθέτει ιθαγένεια ή εστία, δεν έχει «ψυχή». Είναι η παράθεση ορισμένων χρηστικών αντικειμένων, ένα λειτουργικό κενό, μια ψυχική στάση αναμονής. Είναι λιγότερο το εσωτερικό ενός σπιτιού και περισσότερο ένα εσωτερικό τοπίο.
Επέμεινα τόσο σε αυτό γιατί δίνει, όπως πιστεύω, την καλύτερη εισαγωγή μας στις ερμηνείες των ηθοποιών. Η Εφη Σταμούλη αποδίδει μια Μαγκ γεμάτη χρωματισμούς και στοιχεία ιδιοτροπίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ηθοποιός έχει βάλει πολλά στον ρόλο της, που ο ΜακΝτόνα «παρέλειψε»: την αφηρημάδα και το άκκισμα της γριάς, το πείσμα και την εμμονή της ηλικίας (και ίσως της ιδιοσυγκρασίας) της. Εντύπωση όμως μου έκανε η Σοφία Βούλγαρη στον ρόλο της Μορίν. Η δική της Μορίν είναι εύθραυστη και επικίνδυνη σαν κομμένο γυαλί. Μια στερημένη σαραντάρα, νευρική, κακόγουστη κι εξόφθαλμα διαθέσιμη, λιγότερο ίσως οικεία από τις μέχρι τώρα καταθέσεις του ρόλου, πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσα και σύγχρονη.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι ανδρικοί ρόλοι: ο Κωστής Ραμπαβίλας σαν Ρέι είναι ένα απολαυστικό χωριατόπαιδο, με το ύφος τού δήθεν χούλιγκαν και το νεύρο του ατσούμπαλου εφήβου. Ο λεβέντης Ιρλανδός μετανάστης Πάτο Ντούλαν έχει μεγαλύτερο ερμηνευτικό βάθος από ό,τι φανερώνει η επιφάνεια του ρόλου: η ερμηνεία τού Πάτο ζητάει εφόδια και ευαισθησία που φαίνεται πως διαθέτει ο Γιώργος Δημητριάδης.
Το τέλος του δράματος δεν θα φέρει τη σωτηρία για τη Μορίν. Ούτε και θα μπορούσε. Ο δρόμος για την ελευθερία είναι μεγαλύτερος απ’ όσο η ίδια πιστεύει. Περνάει μέσα από την αυτοεκτίμηση, την ωρίμανση και τον ρεαλισμό, μέσα από μονοπάτια που ούτε μπορούν να φανταστούν ή, ακόμη περισσότερο, να ακολουθήσουν οι ήρωες του ΜακΝτόνα. Είναι τα μικρά πρόσωπα ενός μικρού κόσμου, κι αν μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή τους είναι γιατί αγγίζουν τις δικές μας μύχιες κλίμακες.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Εφημερίδα των Συντακτών
Συντάκτης: Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30.03.2015
Παράσταση: Η βασίλισσα της ομορφιάς
Δημοσιεύματα
Μία ζοφερή σκηνική αφήγηση βουτηγμένη σε έναν λαμπρό σαρκασμό
Το 1996 ο Μάρτιν ΜακΝτόνα έκανε το ντεμπούτο του με την πρεμιέρα “Της βασίλισσας της ομορφιάς” στο Royal Court Upstairs και σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το έργο αυτό θεωρείται κλασικό.
Πρόκειται για μία μαύρη κωμωδία με φρικιαστικές ανατροπές. Το έργο εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1990 στη δυτική ιρλανδική επαρχία, όπου η Μορίν, μία 40χρονη γεροντοκόρη, ζει με την 70χρονη δυσκίνητη μητέρα της, τη Μαγκ, στο ερειπωμένο σπίτι τους. Η ζωή τους θα ήταν απλή, αν η σχέση τους δεν τρεφόταν με μίσος. Έπειτα από ένα πάρτι η Μορίν (ως Σταχτοπούτα…) επιστρέφει στο σπίτι με τον Πάτο, έναν ιρλανδό οικοδόμο, που εργάζεται στο Λονδίνο. Όταν το πρωί η Μαγκ διαπιστώνει την απρόσμενη επίσκεψη, κατηγορεί την κόρη της και αποκαλύπτει τα οικογενειακά μυστικά. Έπειτα από λίγο καιρό ο Πάτο στέλνει διά μέσου του αδερφού του Ρέι μία επιστολή στη Μορίν, την οποία όμως δεν παραλαμβάνει ποτέ στα χέρια της. Η Μαγκ υπό το φόβο του γηροκομείου “σαμποτάρει” την ευτυχία του παιδιού της. Καίει το γράμμα και κάθε ευκαιρία λυτρωμού για την κόρη της, κάθε προοπτική για διαφυγή (σπάει το κρυστάλλινο γοβάκι…).
Το συνεκτικό υπόβαθρο της “Βασίλισσας της ομορφιάς” είναι το “τέλμα” της Ιρλανδίας, η οποία για ολόκληρο τον 20ό αιώνα παρήγαγε εργάτες για την Αγγλία και τις ΗΠΑ. Η αδράνεια και η απογύμνωση της αγροτικής Ιρλανδίας αποτέλεσαν το κύριο κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα της χώρας για ολόκληρο τον προηγούμενο αιώνα. Αυτό το “τέλμα” είναι η κινητήρια δύναμη της δραματουργίας του ΜακΝτόνα και είναι απόλυτα εμφανές στη “Βασίλισσα της ομορφιάς”, όπου η δέσις του έργου πραγματώνεται σε δύο καίρια σημεία: α) το νευρικό κλονισμό της Μορίν την περίοδο της μετανάστευσής της στην Αγγλία και β) την παραμονή του Πάτο στο Λονδίνο και την απόφασή του να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.
Από την άλλη ο ΜακΝτόνα έχει κατηγορηθεί δριμύτατα για τα τσιτάτα και τα κλισέ της “άχαρης” πατρίδας, π.χ. “Έτσι είναι η Ιρλανδία, πάντα κάποιος φεύγει”. Παραδείγματος χάρη στην περίπτωση της βασίλισσας ο Πάτο κατάφερε να ξεφύγει από την ιρλανδική “κατάρα” σε αντίθεση με τη Μορίν, η οποία συνθλίβεται από το “ηθογραφικό” βάρος του συγγραφέα.
Όμως είναι άδικο για τη “Βασίλισσα της ομορφιάς” να χαρακτηριστεί ως μία πατριωτική ηθογραφία και να αποσιωπηθεί η χαρτογράφηση του φαύλου κύκλου της ανθρώπινης δυστυχίας: εμπύρετη συν-εξάρτηση, ψυχική και κοινωνική δυσλειτουργία, παντελής έλλειψη ενδοοικογενειακής αγάπης, συγκαλυμμένες ραδιουργίες, ψέματα και ανείπωτα, απομόνωση, τρέλα, σκληρότητα, παγιδευμένες υπάρξεις σε μία κλειστοφοβική ζωή, χαμένα όνειρα, απόγνωση, απελπισία, βία, αυταπάτες, ψυχικός κανιβαλισμός, καταθλιπτικές, σαδομαζοχιστικές σχέσεις κ.ά.
Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Η μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ είναι σύγχρονη και άμεση. Η αλήθεια είναι ότι για το συγκεκριμένο έργο με τη μεταγραφή του πρωτοτύπου χάνεται μεγάλο μέρος της δυναμικής του κειμένου, αυτού που σχετίζεται με την προφορά των αγγλικών. Δηλαδή ποια δραματικά πρόσωπα μιλούν με ιρλανδική προφορά, ποιος με αγγλική και ποιος ίσως με αμερικανική;
Η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ
Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου πέτυχε στη σκηνοθεσία της να μετατοπίζεται συνεχώς η συμπάθεια του κοινού από τη Μορίν στη Μαγκ και αντίστροφα. Αυτή η αδιάλειπτη επανεκχώρηση του ελέους είναι η καλύτερη απεικόνιση του ανελέητου αγώνα, του θανάσιμου αλληλοσπαραγμού της μάνας με την κόρη. Πέρα από την άριστη εξισορρόπηση των σκηνικών δυνάμεων στην αισθητική αναπαράσταση της Χατζηβασιλείου σκιαγραφούνται οι ιδιοσυγκρασιακές λεπτομέρειες των δραματικών προσώπων (κώδικας νευρώσεων, παραφροσύνης, χειραγώγησης κ.ά.).
Πρόκειται για μία προσεγμένη σκηνοθεσία στολισμένη με στοιχεία αποξένωσης, τα οποία τονίζουν τον ιδεολογικό-αισθητικό σχεδιασμό της Χατζηβασιλείου: Έχουν ενδιαφέρον η μηχανιστική παρασκευή των γευμάτων από τη Μορίν, η οποία παραπέμπει στα ψυχολογικά πειράματα του Χάρι Χάρλοου, η γεροντική μουρμούρα, ο ήχος της ηλεκτρικής σκούπας, η “συνομιλία” με την τηλεόραση, τα αμέτρητα κατ’ ιδίαν, η Μάριον χαϊδεύει την άκαρπη κοιλιά της, το κλείσιμο της θύρας ακούγεται σαν εκείνο της σιδερένιας πόρτας “κολαστηρίου” ιδρύματος εγκλεισμού κ.ά.
Το νατουραλιστικό σκηνικό σύμπαν της Όλγας Χατζηιακώβου, σχεδόν “αναερόβιο”, σε σήψη, συστήνεται από τη μία ως το αρρωστημένο καταφύγιο της Μαγκ και από την άλλη ως η φυλακή ισόβιας κάθειρξης για τη Μορίν. Η σκηνογράφος επιτυγχάνει εύστοχους συμβολισμούς, π.χ. σταυρός: σχόλιο στον καθολικισμό, γάντζοι: τεμαχισμός-διαμελισμός-αγκίστρι, σκούπα: “κακιά μάγισσα”, παράθυρο: θύρα κελιού φυλακής, οι υπερμεγέθεις παντόφλες: ο φαύλος κύκλος της καταπίεσης κ.ά. Η Όλγα Χατζηιακώβου χρησιμοποιεί εξέχοντα ενδυματολογικά σημαίνοντα και για το σχεδιασμό των κοστουμιών.
ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Στη σπαρακτική αυτή τραγωδία ξεχωρίζει η ερμηνεία της Σοφίας Βούλγαρη, της οποίας το “εξεγερμένο” σώμα καθορίζει την παράσταση. Διαισθάνεται το θεατρικό χωροχρόνο και τοποθετείται με μοναδικό τρόπο στη σκηνή. Η Έφη Σταμούλη δρα κατευθυνόμενη από τη σκηνοθεσία, αλλά ξέρει πολύ καλύτερα από όλους να ενεργεί αφ’ εαυτού. Διαθέτει σπάνιο υποκριτικό αυτοέλεγχο. Ο Κωστής Ραμπαβίλας υπηρετεί ένα πάγιο πρότυπο αναρχο-πανκ και προσφέρει ικανοποίηση στο κοινό. Ο Γιώργος Δημητριάδης φλερτάρει περισσότερο με την κοινότοπη σύλληψη ενός άπιαστου ερωτικού προτύπου παρά με τον τύπο του γειωμένου “βιοπαλαιστή”. Νομίζω ότι αυτή η επιλογή χρειάζεται επαναπροσδιορισμό.
Ο ΜακΝτόνα διαθέτει μία ευανάγνωστη θεατρική φωνή εμποτισμένη με σκοτεινό χιούμορ, η οποία αξιοποιήθηκε έντιμα από τη Χριστίνα Χατζηβασιλείου.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 29.03.2015
Παράσταση: Η βασίλισσα της ομορφιάς
Δημοσιεύματα
Κριτική θεάτρου: Η βασίλισσα της ομορφιάς
"Η βασίλισσα της ομορφιάς" του Μαρτιν Μακ Ντόνα, σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χατζηβασιλείου, από την Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης", στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς.
Το έργο του Μάρτιν Μακ Ντόνα με εφαλτήριο τη δυσλειτουργική σχέση της εβδομηντάχρονης Μαγκ με την σαραντάχρονη κόρη της Μωρήν, παρατηρεί τη φθορά που προκαλείται όταν η αδιάκοπη συσσώρευση οργής καταλήγει στην σοκαριστική έκρηξη βίας. Στο παρασκήνιο της σχέσης των δύο γυναικών, αλλά καθόλου σε αμελητέο δραματουργικό πλάνο βρίσκεται ένα θεμελιώδες στοιχείο της ιρλανδικής Ιστορίας: η μετανάστευση προς την καταδυναστευτική για τους ιρλανδούς Βρετανία και προς την "ονειρική" Αμερική.
Μεγαλωμένος σε ένα άθλιο οικογενειακό περιβάλλον και με αμέτρητα ψυχικά τραύματα από την παιδική του ηλικία, ο Μακ Ντόνα θεωρείται ένας από τους "εκπροσώπους" του in yer face theatre (Θέατρο στα Μούτρα) που αναπτύχθηκε στη βρετανική θεατρική σκηνή κατά τη διάρκεια των χρόνων της θατσερικής διακυβέρνησης. Τι κι αν αρκετοί αθλητικοί —κι όχι μόνο— συντάκτες των ελληνικών δημοσιογραφικών μέσων εξυμνούν την επιτυχία της Θάτσερ να περιορίσει τον χουλιγκανισμό στα αγγλικά γήπεδα. Οι πολιτικές αποφάσεις της Θάτσερ, οι σκληρές μεταρρυθμίσεις στον κοινωνικό τομέα και στην υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνική αναλγησία, δημιούργησαν τις στρατιές των γνωστών "αδέσποτων παιδιών" που κατέκλυσαν τους δρόμους των πόλεων, γνωρίζοντας (στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν) από κοντά όλες τις πτυχές της εγκληματικότητας.
Είναι ακριβώς η εποχή που η αρκούντως ρομαντική "cool britannia" δίνει τη θέση της στην ασφυκτικά ρεαλιστική "cruel britannia". Eίναι ακριβώς η εποχή που μια γενιά νέων συγγραφέων (Σάρα Κέην, Μαρκ Ρέιβενχιλ, Φίλιπ Ρίντλεΐ, Άντονι Νίλσον) εφορμά στη σκηνή και σοκάρει με τον καθρέφτη που "τοποθετεί" μπροστά στους θεατές, με την ωμή απεικόνιση της αλήθειας και το μαύρο χιούμορ της.
Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου γνωρίζει όσο λίγοι δημιουργοί της ελληνική θεατρικής σκηνής τους κώδικες του in yer face theatre και τον τρόπο να ξεκλειδώσει αυτούς τους κώδικες και να παρουσιάσει στη σκηνή, ένα χαρακτηριστικό δείγμα του είδους. Η οπτική της Χατζηβασιλείου εκμηδενίζει το ενδεχόμενο μιας εύκολης ετυμηγορίας των θεατών για τις ακραίες στάσεις και συμπεριφορές των προσώπων του έργου. Οι ταμπέλες του θύτη και του θύματος, του πομπού και του δέκτη των βίαιων συμπεριφορών (λεκτικών και σωματικών) εναλλάσσονται διαρκώς ανάμεσα στις δύο γυναίκες του έργου και ο θεάτης επιδίδεται σε μια διαρκή μετατόπιση επίρριψης ευθυνών και απόδοσης τυχόν ελαφρυντικών. Η ιδιαίτερη δυναμική της παράστασης της Πειραματικής Σκηνής της "Τέχνης" στηρίζεται σε αυτή ακριβώς την απόφυγη απερίσκεπτου μαρκαρίσματος του θύτη και του θύματος.
Η μητέρα Μαγκ ενσαρκώνει το απόλυτο κακό. Μια γυναίκα που αγκιστρώνεται πάνω στην σαραντάχρονη κόρη της, της συμπεριφέρεται χλευαστικά και την χρησιμοποιεί σαν υπηρέτρια, της στήνει μηχανορραφίες και στραγγαλίζει κάθε πρόθεση της να κάνει επιλογές και να λάβει αποφάσεις, να ανασάνει ελεύθερα ως απόλυτος κυρίαρχος της ενήλικης ζωής της.
Η Μαγκ της Έφης Σταμούλη πολύ γρήγορα φεύγει από το πρώτο επίπεδο απεικόνισης της σκληρότητας και της μοχθηρίας και φέρνει στο προσκήνιο τις (κωμικές) μικροπαραξενιές μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Το απόλυτο κακό ντύνεται με αναρίθμητα μικρά κωμικά χαρακτηριστικά (ο διαρκής εικονικός διάλογος με τα τηλεοπτικά πρόσωπα, τα ασταμάτητα σπαρταριστά σχόλια "εν είδει μουρμούρας", η λαχτάρα στο βλέμμα για ένα κριτσίνι), που αναδεικνύονται έξοχα από την λεπτομερή—κινησιολογικά και εκφραστικά— δουλειά της έμπειρης ηθοποιού.
Η Μωρήν, η νεαρή γυναίκα που διανύει το τρίπτυχο "συσσωρευμένη οργή-βία-αυτοδικία" προκαλεί κάποια αισθήματα ανοχής η και συγκαλυμμένης συμπόνοιας, αν αναλογιστεί κανείς το αίσθημα αδικίας που επανειλημμένα έχει βιώσει. Η Σοφία Βούλγαρη μοιάζει να ξεπηδά από τις σελίδες του κειμένου του Μακ Ντόνα. Αποτυπώνει με απόλυτη ερμηνευτική ακρίβεια το αδιέξοδο μιας γυναίκας που παρατηρεί τη ζωή της να χάνεται μέσα από χέρια της, που βιώνει με πανικό την απώλεια μιας "ζωής που δεν έζησε". Η ερμηνεία της Βούλγαρη, ο τρόπος που σχηματοποιεί η ηθοποιός τις ερωτικές ορμές, τις νευρικές κρίσεις, τη χυδαία συμπεριφορά, τις βίαιες λεκτικές και σωματικές επιθέσεις είναι υπόδειγμα εκφραστικής και ρυθμικής αρτιότητας. Παρατηρώντας την καθώς προσπαθεί να "γειωθεί", ισορροπώντας άγαρμπα πάνω στα τακούνια της, έρχεται στο μυαλό η σκέψη του Ζακ Λακάν σχετικά με τη προσπάθεια μας να ενταχθούμε και να νιώσουμε άνετα σ' έναν κόσμο που πάντα είναι (και θα είναι) ο κόσμος του Άλλου. Αυτό είναι η πηγή της βίας μας.
Τη διανομή συμπληρώνουν δύο ανδρικές φιγούρες: το αντικείμενο του πόθου της Μωρήν και ο νεαρός αδελφός του. Ο Κωστής Ραμπαβίλας, στα πρώτα του βήματα στη θεατρική σκηνή, ερμηνεύει τον αθυρόστομο Ρέη, επιδεικνύοντας μια αξιοσημείωτη σκηνική άνεση και απόλυτη αίσθηση του χειρισμού της κωμικής συνθήκης. Ο Γιώργος Δημητριάδης παρουσιάζει πειστικά την αμηχανία και τη συστολή του μετανάστη που βρίσκεται στην προσπάθεια επίτευξης μιας καλύτερης ζωής.
O σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Όλγα Χατζηιακώβου συμπλέκει καλαίσθητα την ρεαλιστική απεικόνιση (με χαρακτηριστικά μικροαντικείμενα που θα συναντούσαμε σε μια αγροικία) με τον συμβολισμό της βίας που φέρει το έργο. Η ολοκληρωτική κάλυψη του χώρου με πλακάκια παραπέμπει σε κρεοπωλείο-σφαγείο και υπογραμμίζει εύστοχα το ανελέητο και διαρκές κατακρεούργημα που κυριαρχεί στη συμβίωση των δύο γυναικών. Η πνιγηρή ατμόσφαιρα ενισχύεται από τους ήχους που επιμελήθηκε ο Φίλιππος Θεοχαρίδης και τους "θαμπούς" φωτισμούς της Μαρίας Λαζαρίδου.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://theatreviewer.blogspot.gr
Συντάκτης: Κορνήλιος Ρουσάκης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 16.03.2015
Παράσταση: Η βασίλισσα της ομορφιάς
Δημοσιεύματα
Εξαιρετική «Βασίλισσα της Ομορφιάς» από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στο Δημοτικό Θέατρο της Καλαμαριάς
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: http://www.kulturosupa.gr
Συντάκτης: Γιάννης Τσιρόγλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 10.03.2015
Παράσταση: Η βασίλισσα της ομορφιάς
Δημοσιεύματα
Ένας «τρελός» Ντύρενματ στο «Μελίνα Μερκούρη»
Οι περίεργες σχέσεις γλώσσας και αλήθειας ήταν πάντα ψηλά στην ατζέντα των δραματικών συγγραφέων. Από τις Βάκχες, στο Βασιλιά Ληρ, τον Κάσπαρ, μέχρι την Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας, η λίστα είναι εντυπωσιακή.
Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο, που μας αφορά εδώ και φέρει τη υπογραφή του Ελβετού Φρ. Ντύρενματ, μας αφηγείται μια θεοπάλαβη ιστορία που εκτυλίσσεται στην οικονομικά εξαθλιωμένη πόλη Γκυλέν, η οποία, ντυμένη στα γιορτινά της ,υποδέχεται το μόνο πρόσωπο που μπορεί να τη σώσει από την κατάρρευση: την πάλαι ποτέ κάτοικό της Κλαίρη, η οποία εμφανίζεται στο σταθμό του τρένου με μια περίεργη κουστωδία που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα μαύρο πάνθηρα και ένα φέρετρο. Πριν κοπάσουν οι τυμπανοκρουσίες, η Κυρία τους παγώνει όλους, λέγοντας πως, για να τους βοηθήσει, πρέπει να σκοτώσουν τον Άλφρεντ, πάλαι ποτέ εραστή και πατέρα του παιδιού της. Κι εδώ αρχίζει το πάρτι του ξεβρακώματος. Στην αρχή όλοι αντιστέκονται, όμως σταδιακά, σχεδόν ταχυδακτυλουργικά, καθώς σφίγγει η θηλιά γύρω από το λαιμό τους, αλλάζουν ρότα, αφήνοντας να βγουν στο φως τα πιο σκοτεινά στοιχεία του εαυτού τους, που περίπου μας λένε κάλιο η υλική άνεση παρά η συνείδηση.
Τα όρια της ανθρώπινης φύσης
O Ντύρενματ είναι ένας διανοούμενος ανθρωπιστής, που γνωρίζει καλά τα όρια και τις αντοχές της ανθρώπινης φύσης, κυρίως σε θέματα ηθικής. Είναι ένας συγγραφέας με έντονη την αίσθηση του γελοίου και του περίεργου. Γι’ αυτόν το «συνηθισμένο είναι τερατώδες» και, όπως ομολογεί ο ίδιος, «εκείνος που θα συλλάβει το γκροτέσκο στη γραφή μου, θα με καταλάβει πολύ καλύτερα». Σκέψη που απετέλεσε το οργανωτικό στοιχείο στην παράσταση της Πειραματικής Σκηνής που είδαμε στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη».
Η σκηνοθεσία
Στρέφοντας την προσοχή της στην αισθητική των κόμικ, η σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη πέτυχε να οδηγήσει τα δρώμενα σε μια γραμμική, σκόπιμα εξωτερικών προδιαγραφών, παράσταση, που στραφτάλιζε στους τόνους και τους ρυθμούς της γερμανικής σχολής του εξπρεσιονισμού. Η καλά ρυθμισμένη μπαγκέτα της δημιούργησε ένα σκηνικό κόσμο του παντού και του πάντοτε, ώστε να χωρέσουν όλοι. Ίσως σε κάποιες στιγμές, ιδίως στην αρχή, να βοηθούσε μια πιο παρατεταμένη σιωπή, ώστε να σφηνώσει πιο βαθιά στην ατμόσφαιρα η «απειλή» που έρχεται μαζί με την άφιξη της Κυρίας. Όπως, επίσης, θα μπορούσαν να «σκληρύνουν» κάπως τα περιγράμματα ορισμένων σκηνών, με στόχο την εντονότερη παραμόρφωση του ουμανιστικού στοιχείου της παράστασης. Πάντως, σε γενικές γραμμές, η σκηνοθεσία βρήκε καλά κρατήματα ώστε να ισορροπήσουν τα δρώμενα ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό και ν΄ αποκτήσουν ευδιάκριτο σκηνικό στίγμα οι εναλλασσόμενες αρθρώσεις της πλοκής και των συναισθημάτων.
Τι κόμισαν οι συντελεστές του έργου;
Η «Κυρία» με το περίεργο περπάτημα και την ακόμη πιο περίεργη συμπεριφορά, είναι μια από τις πιο σημαντικές δραματικές φιγούρες στην ιστορία του δυτικού θεάτρου. Προσωπικά θεωρώ πως είναι ένας συγγραφικός θρίαμβος, που ούτε τιθασεύεται ούτε προσδιορίζεται εύκολα. Αλοίμονο σε όποιον δεν προσέξει τις παγίδες που κρύβει.
Η έμπειρη Έφη Σταμούλη, που ανέλαβε την ευθύνη να μας γνωρίσει αυτή τη δυστροπη κυρία στη σκηνή, άντλησε και από τις δύο όψεις της υποκριτικής της δεξαμενής, την κωμική και τη δραματική και πέτυχε να καταθέσει μια πειστικά συμφιλιωτική αλλά και απειλητική, γοητευτική όσο και απωθητική περσόνα. Η σχεδόν ρομποτοειδής κίνησή της, οι τονισμένοι μορφασμοί, ο εμφατικός λόγος, το εξαντρίκ ντύσιμο, την επέβαλαν με την είσοδό της στη σκηνή ως την απόλυτη δύναμη που διευθύνει τη δράση κατά το δοκούν, και μάλιστα με τις προδιαγραφές αρχαίας τραγωδίας, έχοντας ως Χορό τους συμπολίτες της, που κάποτε την εξοβέλισαν, και που τώρα ετοιμάζονται για τη θυσία. Στην προσωπική της συνοδεία είναι και κάτι μεταλλαγμένα πλάσματα, που για τους σινεφίλ ίσως θυμίσουν ταινία του Τιμ Μπράουν. Ο Ντύρενματ, θέλοντας να ξεσκεπάσει εντελώς το εμπορεύσιμο της ηθικής, επιλέγει για την κουστωδία της άτομα που πρωτοστάτησαν στην καταδίκη της, όταν είχε ζητήσει αναγνώριση του παιδιού που απόκτησε με τον Άλφρεντ. Ο ένας σωματοφύλακάς της ήταν ο δικαστής και οι δύο τυφλοί οι ψευδομάρτυρες που συνηγόρησαν υπέρ του Άλφρεντ.
Η Σταμούλη κουβάλησε το βάρος αυτής της (προ)ιστορίας με ενέργεια, καλό έλεγχο και πάθος, έχοντας ως «αντίπαλο» τον πρώην, που υποδύεται ο επίσης έμπειρος Δημήτρης Ναζίρης. Είναι αυτός που καλείται να αντέξει τόσο στη δική της επίθεση όσο και στην πολιορκία των πολιτών. Παίζοντας το παράλογο ως αυτονόητο, επιτυγχάνει να προβάλει την κλιμάκωση του τρόμου που κομίζουν οι αλλαγές. Ενώ στην αρχή εμφανίζεται με κάποια σιγουριά (ποντάρει στη στήριξη των συμπολιτών του) στη συνέχεια τρομοκρατείται και το δείχνει.
Διαυγής και απολαυστικός ο δάσκαλος του Φράγκογλου, ο δήμαρχος του Παπαϊωάννου, ο ιερέας του Παπαδόπουλου, όπως και ο Αστυνόμος του Δανιηλίδη. Γενικά όλοι οι συντελεστές (σύνολο έντεκα) λύθηκαν σε όλες τις φόρμες της σκηνοθετικής ανάγνωσης και τις απαιτήσεις των ευρημάτων της. Κατέθεσαν ευδιάκριτο εξωτερικό πάθος και γκροτέσκα ευελιξία που ράντισε τη γραμμική αναδίπλωση των δρωμένων με το αναγκαίο σαρκαστικό χιούμορ.
Το δισδιάστατο σκηνικό των Κελίδου και Χατζηιακώβου έπιασε το νόημα και σχολίασε αποτελεσματικά τη σχηματοποιημένη δράση. Όπως και τα κοστούμια. Το δεσπόζον χρώμα του κίτρινου επέβαλε την εικόνα του χρυσού αλλά και της δειλίας. Καλός συνεργάτης τα μουσικά ακούσματα του Βόμβολου.
Συμπέρασμα: Παράσταση ζωηρή και εύστοχη, έβγαλε την κρυμμένη και ανθεκτική σκοτεινιά του έργου. Αν και γραμμένο το 1956, το προσγείωσε επιτυχώς στον οικείο κόσμο, όπου η εκμετάλλευση, η κουτοπονηριά και η σχετικοποίηση κάθε ηθικού φραγμού έχουν την τιμητική τους.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Αγγελιοφόρος της Κυριακής
Συντάκτης: Σάββας Πατσαλίδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13.04.2014
Παράσταση: Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας
Δημοσιεύματα
“Δυσκίνητη” επιτυχία
Στην “Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας” (1956), τη ζοφερή κωμωδία του Ελβετού Φρίντριχ Ντίρενματ (Friedrich Dürrenmatt), οι κάτοικοι της πόλης Γκίλεν (σημαίνει “κοπριά”;) βιώνουν την ύφεση και τις σκληρές της συνέπειες.
Οι κάτοικοι ελπίζουν στη γενναιοδωρία της δισεκατομμυριούχου Κλερ Ζαχανασιάν, η οποία επιστρέφει στη γενέτειρά της, πρόθυμη να αναζωογονήσει την πόλη, με τον όρο να δολοφονηθεί ο Άλφρεντ Ιλ, ο εραστής που την πρόδωσε και την ανάγκασε να οδηγηθεί στην πορνεία. Με λόγια που ζύγιαζε μια ολόκληρη ζωή, η Κλερ απευθύνεται στον Ιλ: “Διάλεξες τη δική σου ζωή, αλλά εσύ μου επέβαλες τη δική μου”. Η ζάπλουτη εξουσιάζει στο “κράτος δικαίου” της και με εξώδικες διαδικασίες επαναφέρει τη θανατική ποινή. Η αλήθεια είναι πως η Κλερ ευθύνεται για την πτώχευση της πόλης, όμως όλοι οι πολίτες εν γνώσει τους, μπροστά στη νέα προοπτική, εθελοτυφλούν. Διά στόματος του δημάρχου αρνούνται, προσωρινά, τη μακάβρια συμφωνία. Εκείνη αναμένει σαδιστικά, σφίγγοντας τη θηλιά στο λαιμό της πόλης, προσφέροντάς τους ευζωία επί πιστώσει. “Ο κόσμος με έκανε πόρνη, εγώ τον κάνω μπορντέλο... οικονομική ανάπτυξη για ένα πτώμα”. Στο τέλος, ο Άλφρεντ Ιλ, ο παραλίγο δήμαρχος, ο “ακέραιος πολίτης του Γκίλεν”, εκτελείται ως “εχθρός του λαού”. Το “μέγιστο κοινωνικό πείραμα” πέτυχε. “Η δωρεά έγινε δεκτή, όχι για χάρη των χρημάτων αλλά για χάρη της δικαιοσύνης”...
Η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ
Τα περισσότερα σκηνοθετικά ευρήματα της Έρσης Βασιλικιώτη είναι πετυχημένα: η αφελής υπεραισιοδοξία της αναμονής. Η φωνή της Κλερ ακούγεται εκκωφαντική με τη χρήση του μικροφώνου. Οι πολίτες επαναλαμβάνουν τα λόγια της ζάπλουτης σαν μια τελετή χειραγώγησης. Το θορυβώδες τρένο ορίζει τα δραματικά όρια και καλύπτει τη στομφώδη φλυαρία του δημάρχου. Τα δραματικά πρόσωπα είναι δουλεμένα με αντιρεαλιστικούς όρους, διαμορφώνοντας καρικατουρίστικους τύπους (με εξαίρεση τον Άλφρεντ Ιλ). Η Κλερ την ώρα της παιδαριώδους συναυλίας ανιχνεύει το κοινό. O διάχυτος κυνισμός. Η απεύθυνση στο κοινό και όχι στα συνομιλούντα πρόσωπα, με στόχο όχι την αποστασιοποίηση αλλά τη σταδιακή μεταμόρφωση των θεατών στους κατοίκους του Γκίλεν, τους συνένοχους στο έγκλημα (Η “αντιπολίτευση”, όπως αναφέρεται...). Μου άρεσε η χρήση της προβολής με το υπερμεγεθυσμένο κεφάλι της Κλερ, και κυρίως η “στόχευση” της προβολής του γιγάντιου ματιού της στο στήθος του Ιλ. Τα θυελλώδη χειροκροτήματα σε αντιδιαστολή με τα άηχα σε αργή κίνηση. Γυρισμένες πλάτες, γρήγορη - αργή κίνηση κ.ά. Ενδιαφέρον βρήκα και στις σκηνοθετικές επεμβάσεις στο κείμενο. Ο Ιλ δεν δολοφονείται από έναν πολίτη, όπως ορίζει το κείμενο, αλλά από τους θεσμικούς εκπροσώπους της κοινωνίας: τον ιερέα, τον αστυνόμο, τον δήμαρχο και τον καθηγητή, οι οποίοι τον απαγχονίζουν με τα σύμβολα της εξουσίας τους. Εδώ η σκηνοθέτης δημιούργησε μια έξυπνη αντιπαραβολή με τη σκηνή στον σταθμό, όταν ο Ιλ επιδίωξε άδοξα να εγκαταλείψει την πόλη... όταν οι συμπολίτες του φαινομενικά διέπονταν ακόμα από τις ουμανιστικές αρχές της “πόλης που κάποτε επισκέφτηκε ο Γκέτε και ο Μπραμς”... Επίσης μετά τη δολοφονία έχει αφαιρεθεί η σκηνή της αυτοψίας και της παραλαβής της επιταγής και τα χρήματα βγαίνουν από το φέρετρο. Και άλλα πολλά εύστοχα.
ΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΑ
“Στην επίσκεψη της γηραιάς κυρίας” είναι ευανάγνωστο ότι το χρήμα διαφθείρει. Υπό συνθήκες κρίσης οι αντιστάσεις παραλύουν και η διαφθορά διαβρώνει ακόμα και τους άμεπτους. Όμως σ’ αυτή την κυνική ιλαροτραγωδία υπάρχουν σημαντικότερα στοιχεία που χρήζουν αξιοποίησης στο εδώ και το τώρα: α) οι πολίτες θεοποιούν την Κλερ, ως Μεσσία, ενώ αποκαλύπτεται ότι εκείνη ευθύνεται για την καταστροφή τους. Ο καταστροφέας δηλαδή επαναπροσδιορίζεται ως Σωτήρας, και β) οι πολίτες του Γκίλεν ψηφίζουν για να εξορθολογήσουν, να νομιμοποιήσουν τον φόνο. Μια απρόβλεπτη, τερατώδης διάσταση της δημοκρατίας. Δύο καίρια θέματα που η σκηνοθεσία της κ. Βασιλικιώτη σχεδόν αποσιώπησε.
Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα της εν λόγω σκηνοθεσίας είναι η μη σύμπραξη κινησιολόγου, ο οποίος θα είχε λύσει τις “τεχνικές” αδυναμίες και θα είχε απογειώσει το εγχείρημα (οι δύο σκηνές στο δάσος, η διέλευση των αποσκευών, κόλπα για την καρτουνίστικη υπόκριση κ.ά.). Ένα επιπλέον αισθητό μειονέκτημα ήταν οι κάποιες στιγμές ταχυγλωσσίας που στέρησαν την κατανόηση. Η γρήγορη εκφορά του λόγου δεν “ρυθμίζει” πάντα τη ροή.
ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ
Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Μαρίνα Κελίδου και Όλγα Χατζηιακώβου) είναι υποδειγματικά και καταφέρνουν να συνδυάζουν σαφήνεια με υπαινιγμό. Τα τροχήλατα ταμπλό με το αστικό τοπίο εγκατάλειψης παραπέμπουν σε κόμικς και μάλιστα το κυλιόμενο μεταλλικό πλαίσιο “φυλακίζει” τις σκηνικές στιγμές σαν πλαίσιο στριπ. Ξεχώρισα τα κοστούμια της Κλερ (βρικόλακας, μούμια, κάτι απόκοσμο) και την επιλογή να μη φέρει μπαστούνι ή θορυβώδες ξύλινο πόδι... Ένα ευπρεπέστατο σύνολο σκηνογραφικών και ενδυματολογικών επιλογών, που “μυρίζει” ακριβή παραγωγή (μάλλον σκληρή εργασία από τους ειδικούς...). Οι μουσικές επιλογές του Κώστα Βόμβολου, ένα υπέροχο σαρκαστικό σχόλιο στη φαινομενολογία του δυτικού κόσμου...
ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Η Έφη Σταμούλη (Κλερ) ισορροπεί ανάμεσα στο κτηνώδες και το εύθραυστο. Με δηλητηριώδη ψυχρότητα, επιβλητική και αγέρωχη, κατακτά τη σκηνή. Ο Δημήτρης Ναζίρης, άκαμπτος και “ανυπάκουος” στο συλλογικό στιλ υπόκρισης, διαταράσσει τον ρυθμό της παράστασης. Η σταδιακή συνειδητοποίηση του μοιραίου τον οδηγεί σε μια γαλήνια εσωτερικότητα που δικαιολογημένα τον καθιστά υποτονικό, μια έκφραση όμως που έχει υιοθετήσει εξ αρχής. Η υπόλοιπη διανομή (Σοφία Βούλγαρη, Κυριάκος Δανιηλίδης, Γιώργος Δημητριάδης, Νάγια Καρακώστα, Μάριος Μεβουλιώτης, Ηλίας Παπαδόπουλος, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τζαφέρης, Γιώργος Φράγκογλου) υπηρετεί με συνέπεια το εγχείρημα, χωρίς συναισθηματικές αυταπάτες αλλά με κύριο μέσο εκφοράς τον σαρκασμό.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Μακεδονία
Συντάκτης: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 06.04.2014
Παράσταση: Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας
Δημοσιεύματα
Τα πολύτιμα δώρα από την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας»! [και της Πειραματικής Σκηνή της «Τέχνης»]…
Θέατρο Μελίνα Μερκούρη στην παράσταση της «Πειραματικής Σκηνής της ΤΕΧΝΗΣ». Το εξαιρετικό έργο του Φρίντριχ Ντύρενματ, μέσα από τη σκηνοθετική προσέγγιση της Έρσης Βασιλικιώτη μας έκανε κοινωνούς ενός Θεάτρου ουσιαστικού και εμπνευσμένου! Από τις σπάνιες φορές που νιώθεις αυτή τη σπουδαία Τέχνη να δικαιώνει πλήρως το ρόλο και το στόχο της στην ψυχή και στο μυαλό σου. Ο οξύμωρος υπότιτλος «τραγική κωμωδία», σε παραπέμπει σε καθαρή πρόκληση, περίεργες ακροβασίες ή ίσως και ανέφικτους «ευσεβείς πόθους». Να όμως, που το ανέφικτο έγινε εφικτό και δεν περιορίστηκε σ’ αυτό! Η «Γηραιά κυρία» μας «επισκέφτηκε», φορτωμένη ακριβά «δώρα» που θα κρατάμε για πολύ σε μια γωνιά του μυαλού….
Ένα έργο γραμμένο το 1956 που δεν χαρακτηρίζεται τυχαία «κλασικό» και που πιο σημερινό δεν γίνεται! Αναφέρεται σε μια επαρχιακή πόλη, το Γκύλεν, στα πρόθυρα χρεωκοπίας, με την ανεργία να καλπάζει και τους κατοίκους σε απόγνωση… να περιμένουν το θαύμα που θα τους σώσει από τον οικονομικό εφιάλτη. Και αυτό παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπο της πάμπλουτης Κλαίρης Ζαχανασιάν που έρχεται να επισκεφτεί τη γενέτειρά της, συνοδευόμενη από τρία περίεργα σκοτεινά πρόσωπα, πλήθος αποσκευών μεταξύ των οποίων ένας.. . πάνθηρας μαζί με ένα… φέρετρο και την πρόθεση να κάνει μια μεγάλη, σωτήρια δωρεά. Μέσα στις αρχές του τόπου που την υποδέχονται θριαμβευτικά – δήμαρχος, αστυνόμος, παπάς, δάσκαλος – και ο παλιός της νεανικός έρωτας, ο Άλφρεντ Ίλ, με τον οποίο τη συνδέει από το μακρινό παρελθόν μια «μαύρη ιστορία»… Ανακοινώνει το ιλιγγιώδες ποσό της δωρεάς (ένα δις!), αλλά θέτει έναν απροσδόκητο όρο που έχει να κάνει με τη «δικαιοσύνη»…
Και από εκεί αρχίζει ένας καλοδουλεμένος καμβάς εξαιρετικής πλοκής που σε κρατά σε αγωνία μέχρι το τελευταίο λεπτό της τραγικής λύσης. Παράλληλα, βλέπεις πάνω στη σκηνή τους ήρωες, ακόμη και αυτούς με τη σουρεαλιστική τους διάσταση, αληθοφανείς, γήινους, ευάλωτους να βιώνουν μεταλλάξεις, εσωτερικές συγκρούσεις, αγωνιώδη ερωτήματα. Να παλεύουν από τη μια με την «ουμανιστική» τους παράδοση, τις αξίες του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, και από την άλλη με τον ευάλωτο εαυτό, την ανάγκη και την ανέχεια, αλλά με καταλυτικό… χιούμορ, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας ή μεγαλοστομίας! Και βλέπεις ανάγλυφα όλο τον ιλαροτραγικό «πόλεμο» ιδεών και συναισθημάτων, όλη την διαδικασία της διάβρωσης μέσω του χρήματος να δραματοποιούνται άψογα στη σκηνή, ταυτόχρονα με τον κυνισμό, την αποστασιοποίηση και «εξουσία» της Γηραιάς Κυρίας και της κουστωδίας της, μέχρι το έσχατο λεπτό της απροσδόκητης ή… προσδοκώμενης λύσης. Στο μεταξύ, μαζί με την αγωνία, το μυαλό σου αυτόματα πυροδοτείται, συμμετέχεις ακούσια, συμπάσχεις, θέτεις τα διλλήματα στον εαυτό σου. Θα έκανες κάτι διαφορετικά; Άλλωστε, κατά τον δάσκαλο της πόλης, που βιώνει τις ηθικές συγκρούσεις πιο βασανιστικά από όλους, «κάποια στιγμή μπορεί όλους να μας επισκεφτεί… μια Γηραιά Κυρία»!
Στη συγκεκριμένη δε παράσταση, το ευτύχημα ήταν πολλαπλό σε όλα τα επίπεδα και αυτά ήταν [+]
Ένα εξαιρετικό σε περιεχόμενο και μήνυμα θεατρικό έργο με στέρεα και άψογη δομή, έτυχε μιας αντίστοιχα εξαιρετικής σκηνοθεσίας. Η Έρση Βασιλικιώτη στο σημείωμά της γράφει ότι εισέπραξε μέσα από τους χαρακτήρες και την αφήγηση μια αίσθηση… σκίτσου και κόμικ και αυτό τόλμησε. Και το πέτυχε! Ισορροπώντας αριστοτεχνικά μεταξύ κωμικού και τραγικού, μεταξύ σουρεαλιστικού και ρεαλιστικού, μεταξύ υπερβολής και συμβατικότητας. Χαρακτήρες δουλεμένοι με λεπτομέρεια, άλλοτε χαριτωμένοι και εξωστρεφείς και άλλοτε σκοτεινοί και απόμακροι, υπηρετώντας πλήρως τη συνθήκη της «μαύρης κωμωδίας», χωρίς τίποτα περιττό, έστω κι αν ο ρυθμός [-] θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτός. Το σκηνοθετικό εύρημα με τις προβολές στο φόντο του σκηνικού, απόλυτα ενσωματωμένες στο κλίμα και την ατμόσφαιρα του έργου, έδωσε ένα επιτυχημένο δείγμα «σκηνικής οικονομίας».
Ιδιαίτερη όμως μνεία αξίζει στο εμπνευσμένο σκηνικό, που συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία της ξεχωριστής ατμόσφαιρας και υλοποίησε με τον καλύτερο τρόπο το σκηνοθετικό όραμα.Ένα σκηνικό δύο διαστάσεων με γραμμικά σκίτσα κτιρίων που παρέπεμπε απευθείας σε κόμικ, με κινούμενα στοιχεία που οι συνθέσεις τους κάθε φορά έδιναν διαφορετικές όψεις της πόλης και της δράσης. Η εκάστοτε δράση επιπλέον, «κεντραριζόταν» μέσα σε κινούμενο πλαίσιο, ερχόμενη σε πρώτο, κεντρικό πλάνο, ως μια ιδέα αληθινά ευρηματική. Εν ολίγοις, ένα σκηνικό ευφάνταστο, απόλυτα λειτουργικό μέσα στην αφαιρετικότητά του, απόλυτα πιστό στο κλίμα που οραματίστηκε η σκηνοθέτιδα.
Το ίδιο και τα ηχητικά εφέ και ημουσική του έργου, με μια πρωτότυπη μείξη σοβαρών και κωμικών στοιχείων, υπογράμμιζε εύστοχα τις σκηνές, κατορθώνοντας να ελαφρύνει έξυπνα ακόμη και τις τραγικές. Άλλο τόσο και τα κοστούμια, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης.
Όσο για την υποκριτική, πρόκειται για ένα σχήμα αποδεδειγμένα ταλαντούχο, αλλά η ερμηνεία της Έφης Σταμούλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, κυριάρχησε για άλλη μια φορά στη σκηνή,οδηγημένη άριστα από την σκηνοθέτιδα. Έδωσε μια «Γηραιά Κυρία», επιβλητική, απόμακρη από τα «γήινα», εμβληματική, πειστική στο σκοτεινό συμβολισμό της, και όλα αυτά, όντως με την αύρα ενός χαρακτήρα – σκίτσου. Με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην κίνηση, εξαιρετική εκφορά του λόγου, φορώντας εμπνευσμένα ένα χειλόφωνο, τονίζοντας και με αυτό τον τεχνικό τρόπο τη δύναμη της έκανε ακόμη περισσότερο έντονη την σκηνική παρουσία της.
Αμέσως μετά μας κέρδισε ο «Δήμαρχος» Παναγιώτης Παπαϊωάννου,γιατί κατάφερε να δώσει έναν ρεαλιστικό, συμβατικό, και εν πολλοίς «τραγικό» χαρακτήρα πολύ χαριτωμένα, με έξυπνη κωμικότητα και αυθεντικό χιούμορ σε μια μοναδική ισορροπία, χωρίς να γλιστρά καθόλου στη παγίδα της ευκολίας ή της γελοιοποίησης.
Πολύ καλός επίσης ο Ίλ, Δημήτρης Ναζίρης, ο τραγικός ήρωας της ιστορίας, αν και κατά τη γνώμη μας, θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη ένταση σε έναν τόσο δυνατό και ολοκληρωμένο ρόλο. Εξίσου πολύ καλός ο «δάσκαλος» Γιώργος Φράγκογλου, με την δική του ιδιαίτερη «τραγικότητα». Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (11 τον αριθμό), πραγματικά εξαιρετικοί, συνέβαλαν ο καθένας με το δικό του μικρό ή μεγαλύτερο κομμάτι στην ολοκλήρωση ενός άρτιου από κάθε άποψη αποτελέσματος!
Κλείνοντας, νιώθουμε την ανάγκη να συγχαρούμε τις εμπνευσμένες προσπάθειες που τολμούν «διαφορετικές» αναγνώσεις ήδη καταξιωμένων έργων, ικανών να μιλούν στο σήμερα με τρόπο σύγχρονο. Να διεγείρουν το μυαλό προκαλώντας ουσιαστικές σκέψεις σε πολλά επίπεδα για τα αιώνια ζητούμενα.
Εν ολίγοις[=]
Ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ σε ΟΛΟΥΣ τους συντελεστές της εξαιρετικής παράστασης, όπως άλλωστε απέδειξε και το θερμό χειροκρότημα! Δείτε την οπωσδήποτε.
Βαθμολογία
7 στα 10
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: kulturosupa.gr
Συντάκτης: Πίτσα Στασινοπούλου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03.04.2014
Παράσταση: Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας
Δημοσιεύματα
«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας»: Γκύλεν, όπως λέμε Ελλάδα
Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης παρουσιάζει από τις 8 Μαρτίου, στο θέατρο Μελίνα Μερκούρη (Καλαμαριά), το έργο «Η επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας», ένα έργο που γράφτηκε το 1956 και ανέβηκε το 1961 στο Εθνικό από τον Αλέξη Μινωτή.
Η ιστορία που έπλεξε ο Ντύρενματ είναι σαφώς ευφυής. Η Κλαίρη Ζαχανασιάν, γηραιά κυρία πια, επιστρέφει στο Γκύλεν -μια πόλη στον κατήφορο της… ασύντακτης χρεοκοπίας- για να εκδικηθεί τον Άλφρεντ Ιλ γιατί στα νιάτα τους την εγκατέλειψε με μια κόρη στην αγκαλιά. Επιστρέφοντας ως πολυεκατομμυριούχος, ζητά να πάρει εκδίκηση και προσφέρει 1 δις σε όπιον σκοτώσει τον Ιλ. Κι αυτό γίνεται τελικά από τρία πρόσωπα με «θεσμικές» ιδιότητες, υπεράνω πάσης υποψίας: το δήμαρχο, το δάσκαλο, τον αστυνόμο και τον παπά, που σηματοδοτούν την έκταση της κοινωνικής κρίσης την οποία προκαλεί ο οικονομικός ξεπεσμός.
Αυτό το «διά ταύτα» του Ντύρενματ είναι που κάνει τον διευθυντή της Πειραματικής Σκηνής Νικηφόρο Παπανδρέου να αναρωτιέται στο εντυπάκι του προγράμματος: »Τελικά τι απέγινε η κληρονομιά του ουμανισμού, που βαδίζει μια κοινωνία όπου η ανάγκη οδηγεί στο «ο θάνατός σου η ζωή μου», ενώ η αλληλεγγύη στερεύει σιγά σιγά;».
Η ιστορία του Γκύλεν, λοιπόν, παραπέμπει ευθέως στη σημερινή Ελλάδα και ιδίως στην κοινωνική διάσταση της κρίσης, στη μετάλλαξη που υφίσταται η συλλογική συμπεριφορά.
Η Έφη Σταμούλη ως Κλαίρη Ζαχανασιάν πολύ κοντά στους αγαπημένους της κωμικούς ρόλους, εκπληρώνει αυτό που ο ίδιος ο συγγραφέας έθεσε ως υπότιτλο του συγκεκριμένου έργου: »τραγική κωμωδία».
Ο Δημήτρης Ναζίρης ιδανικός Ίλ χειρίζεται με άνεση το ύφος που απαιτεί ο ρόλος.
Ο Κυριάκος Δανιηλίδης ως αστυνόμος παραπέμπει σε φιγούρα του παλιού ελληνικού σινεμά, με πολύ χαρακτηριστική παρουσία πάνω στη σκηνή.
Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου ως δήμαρχος είναι μια αποκάλυψη προκαλώντας το γέλιο που απαιτεί το κωμικό της τραγωδίας του Ντύρενματ.
Ο Ηλίας Παπαδόπουλος και ο Μάριος Μεβουλιώτης ξεχωρίζουν με την κίνησή τους στη σκηνή, χωρίς να υστερούν οι υπόλοιποι.
Τα σκηνικά της Μαρίνας Κελίδου και της Όλγας Χατζηιακώβου αξιοσημείωτα, λιτά κι ενδιαφέροντα, αν σκεφτεί κανείς ότι το κόστος παίζει πια σημαντικό ρόλο στις σκηνογραφικές επιλογές. Γραφιστικές αποτυπώσεις σε πανιά που παραπέμπουν σε κόμικ, που δίνουν την εικόνα μιας πόλης σε ένα σκηνικό που παίζει και το ρόλο του σιδηροδρομικού σταθμού.
Η σκηνοθετική καθοδήγηση της Έρσης Βασιλικιώτη πετυχαίνει απόλυτα αυτό που η ίδια σημειώνει ως στόχο: μια αφήγηση εμφατική, χωρίς βάθος συναισθημάτων, που παραπέμπει σε σκίτσο. Από τα σκηνικά έως τις ερμηνείες, τις διογκωμένες κινήσεις και τους χαρακτήρες. Σαν κόμικ.
Η Πειραματική Σκηνή, καίτοι άστεγη, εξακολουθεί να δίνει στο κοινό πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Το ερώτημα γιατί το κοινό δεν ανταποκρίνεται στο βαθμό που το δικαιούται μια τέτοια παράσταση, στο πολύ ωραίο θέατρο του Δήμου Καλαμαριάς, απαντάται μόνο με κοινωνιολογικούς όρους.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: thinkfree.gr
Συντάκτης: Γιάννης Κεσσόπουλος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03.04.2014
Παράσταση: Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας
Δημοσιεύματα
Το περί δικαίου αίσθημα
Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.
Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.
Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.
Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;
«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει.
Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.
Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.
Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.
Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;
Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.
Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.
Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.
Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.
Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;
«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει.
Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.
Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.
Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.
Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;
Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.
Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.
Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.
Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.
Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;
«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει.
Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.
Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.
Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.
Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;
Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.
Η παράσταση «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο της Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» ως τις 13 Απριλίου. - See more at: http://www.elculture.gr/elcblog/article/anathema-ta-talara-829546#prettyPhoto
Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.
Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.
Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;
«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει.
Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.
Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.
Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.
Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;
Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.
Η παράσταση «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο της Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» ως τις 13 Απριλίου. - See more at: http://www.elculture.gr/elcblog/article/anathema-ta-talara-829546#prettyPhoto
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: elculture.gr
Συντάκτης: Μαρίνα Κοντού
Ημερομηνία δημοσίευσης: 02.04.2014
Παράσταση: Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας
