Μόλλυ Σουήνυ,Μπράιαν Φρίελ

Δημοσιεύματα

Χριστίνα Χατζηβασιλείου («Βυσσινόκηπος»)

Στα έργα του Τσέχοφ υπάρχουν πολυπρόσωπες σκηνές. Πώς χωράνε μαζί με τους θεατές στους χώρους της Βίλας;
Να μια πολύ καλή ερώτηση! Έλα ντε! Πως χωράμε;(γέλια). Κοπιάστε να το διαπιστώσετε, κερνάμε και Βυσσινάδα! (αλήθεια!). Κοιτάξτε, επιθυμία μου από την αρχή ήταν η παράσταση αυτή να είναι διαδραστική και οι θεατές να νιώθουν «σαν το σπίτι τους». Το κοινό βρίσκεται, όντως, σε απόσταση αναπνοής από τους ηθοποιούς και βιώνουν μαζί τους όλη τη ζωή του Βυσσινόκηπου, μιας βίλας που δεν ησυχάζει ποτέ. Έντεκα άνθρωποι που πηγαινοέρχονται, πόρτες που ανοιγοκλείνουν, ο κήπος, το παιδικό δωμάτιο, ζημιές, φλερτ, έρωτες, όλα είναι εκεί σε κινηματογραφική ροή, και κυρίως είναι εκεί το συναίσθημα πως ανήκεις και εσύ σε αυτήν την μεγάλη οικογένεια, γίνεσαι μέλος της. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο -αλλά και για λόγους χωροταξίας- ο αριθμός των θεατών είναι εξαιρετικά περιορισμένος (μόλις 45), εξ ου και πρέπει κανείς να προμηθεύεται το εισιτήριό του εγκαίρως, από την προπώληση στο βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ» ή στα γραφεία της Πειραματικής Σκηνής .

Πώς προσαρμόστηκε η σκηνοθεσία και η σκηνική παρουσία των ηθοποιών ως προς το χώρο της Βίλας Καπαντζή;
Θα ξεκινήσω αντίστροφα: η Βίλα Καπατζή (και στο σημείο αυτό να ευχαριστήσω από καρδιάς το ΜΙΕΤ για την απλόχερη παραχώρηση του χώρου, και την άψογη συνεργασία) ήταν αυτή που πυροδότησε την ιδεατή εικόνα που είχα για μια αληθινή, μια ολοζώντανη παράσταση του «Βυσσινόκηπου», μακριά από λανθασμένους ατμοσφαιρικούς «τσεχοφικούς κορσέδες», ισοδύναμους με πληκτικές παύσεις και μακρόσυρτους ρυθμούς. Ο χώρος αυτός είναι ένα σπίτι, ένα σπίτι από αυτά που όλοι θα θέλαμε να κατοικούμε, όμορφο σαν παραμύθι: τεράστιες σάλες, τζαμόπορτες που κοιτούν στο Θερμαϊκό από τη μία πλευρά και έναν πανέμορφο κήπο από την άλλη, ξυλόγλυπτα κουφώματα, ψηφιδωτά ταβάνια, ξύλινα δάπεδα και σκάλες, και μια αρχοντιά που πια δεν βρίσκεις (ας μην ξεχνάμε πως η Βίλα Καπατζή υπήρξε η προσωπική κατοικία του Βενιζέλου). Μέσα, εκεί, λοιπόν, οραματίστηκα τους ηθοποιούς και μετά από εξαντλητικές, αλλά συνάμα πρωτόγνωρα δημιουργικές πρόβες, που άγγιξαν σχεδόν τους τρεις μήνες, καταφέραμε να κατακτήσουμε το επιθυμητό. Το πλάνο αυτό, ομολογώ, ήταν ιδιαιτέρως απαιτητικό και χρειάστηκε ακρίβεια παρτιτούρας για να μπορέσει να ζωντανέψει. Το ευτύχημα για μένα ήταν πως συνεργάστηκα με ηθοποιούς εφευρετικούς, που τόλμησαν να πειραματιστούν μαζί μου επάνω στο κείμενο και τους κατευθυνόμενους αυτοσχεδιασμούς στους οποίους επενδύω πάντοτε. Μεγάλο μέρος της σκηνικής απόδοσης του «Βυσσινόκηπου» που θα δείτε είναι υφάδι της δημιουργικής αυτής συνεργασίας. Και για τον λόγο αυτό τους ευχαριστώ όλους, τον καθένα προσωπικά που με εμπιστεύτηκαν αμαχητί .

Ακολουθήσατε στις ερμηνείες την οδηγία του Τσέχοφ «Το έργο μου δεν είναι δράμα, αλλά κωμωδία, στιγμές-στιγμές μάλιστα φάρσα».
Ο καημένος ο Τσέχωφ. Πόσο επέμενε μετά την παταγώδη αποτυχία της πρώτης παράστασης από το Θέατρο τέχνης της Μόσχας. Τον είχε πικράνει τόσο ο Στανισλάβσκι, και εκείνος που ψυχανεμιζόνταν πως ο «Βυσσινόκηπος» θα ήταν το κύκνειο άσμα του (όπως και εν τέλει συνέβη), επέμενε πως είχε γράψει κωμωδία. «Κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Έτσι είναι ο πλήρης τίτλος του έργου. Και ένας συγγραφέας ξέρει πάντα καλύτερα. Πράγματι, το ίδιο το κουκούτσι του «Βυσσινόκηπου» κουβαλά δομικά τα περισσότερα , όχι απλά κωμικά, αλλά φαρσικά στοιχεία, σε αντιπαράθεση με οποιοδήποτε άλλο έργο του. Δουλεύοντας το κείμενο και τις σχέσεις των ρόλων, «σκοντάφτεις» συνεχώς πάνω τους, όπως ακριβώς ο Επιχόντωφ -ένας από τους πιο μπουφόνικους ρόλους του έργου. Το γέλιο έρχεται αβίαστα και παγώνει στα χείλη την επόμενη, όμως, στιγμή. Γιατί η ένταση του πόνου ισοδυναμεί με τον βαθμός διαύγειας , και ο χρόνος , μας δείχνει ο Τσέχοφ, σε αντίθεση με την δική του ιδιότητα, δεν είναι γιατρός. Η μνήμη είναι αναπόδραστη και το παρόν αφοπλιστικό. Αυτή είναι η μεγάλη μαστοριά του Τσέχοφ, ενός συγγραφέα που αγάπησε τα ελαττώματα των ανθρώπων όσο κανείς.

Ποια νομίζεις ότι είναι η επίκαιρη σημασία ενός τέτοιου έργου για μας σήμερα;
Ο Τσέχοφ μέσα από μια οικογενειακή ιστορία γύρω από την πτώχευση μιας οικογένειας τρανών αριστοκρατών που χάνουν την περιουσία τους διαρθρώνει όλο το κοινωνικό στρόβιλο του καιρού του με την πτώση της αριστοκρατίας και την άνοδο της καπιταλιστικής τάξης . Προσοχή όμως, δεν κάνει μάθημα ιστορίας, αφήνει χνάρια ζωής. Με κινητήριο μοχλό τον ανομολόγητο έρωτα του εμπόρου Λοπάχιν για την Λιούμπα καταπιάνεται με τις μικρές καθημερινές ιστορίες και αυτές είναι που μας ενδιαφέρουν. Γιατί η Ιστορία τελικά από αυτές τις μικρές και ανομολόγητες ιστορίες γράφεται. Η επικαιροποίηση του έργου στο σήμερα έρχεται σχεδόν αυταπόδεικτη: η βίλα Καπατζή, το ιστορικό Έ Γυμνάσιο Αρρένων -στο οποίο μάλιστα φοιτούσε και ο πατέρας μου- κουβαλά μια ιστορικότητα που αρμόζει με την ιστορικότητα της χρονικής στιγμής που βιώνουμε στο παρόν μας, έρμαια μιας ανάλγητης χρηματοπιστωτικής «δημοκρατίας», και ταυτόχρονα μάρτυρες ενός νέου σαρωτικού κύματος μέσα στο οποίο ο πολιτισμός βάλλεται από παντού. Ο δικός μας μικρός Βυσσινόκηπος στην οδό Αμαλίας , το θέατρο Αμαλία όπου για πάνω από 19 χρόνια στεγαζόταν η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης δεν υπάρχει πια. Και άλλοι μικροί και μεγαλύτεροι Βυσσινόκηποι γύρω μας χάνονται καθημερινά, και κυρίως χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Θύμισέ μας τι έχεις κάνει μέχρι τώρα στο θέατρο, σε σπουδές και συμμετοχές σε έργα.
Εφόσον μου το ζητάτε, θα αντιγράψω στο σημείο αυτό το βιογραφικό μου, όπως δημοσιεύεται από το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και συγκεκριμένα το ‘Σύστημα Αθήνα’ το οποίο είχα την χαρά να επιλέξει μία από τις παραστάσεις μου - άλλη μια συνεργασία με την Πειραματική Σκηνή Της Τέχνης – «Το Κρυφό Δωμάτιο» της Καρόλ Φρεσέτ ως εκπροσώπηση της Ελλάδας στα Φεστιβάλ του εξωτερικού.
Ιδού λοιπόν:
«Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου είναι ανεξάρτητη σκηνοθέτις και βραβευμένη θεατρική συγγραφέας («Tσικλιντάν!» -σε συνεργασία με την συγγραφέα Στέλλα Βογιατζόγλου). Απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ στο οποίο και διδάσκει ως βοηθός καθηγητή εκπονώντας παράλληλα την διδακτορική της διατριβή επάνω στο Θεάτρου Στα Μούτρα (in- yer- face theatre) και του Πανεπιστημίου του Έξιτερ όπου παρακολούθησε μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών στην Σκηνοθεσία και την Εκπαίδευση Ηθοποιών. Οι πρόσφατες δουλειές της περιλαμβάνουν το σκηνικό πείραμα σε εξέλιξη «Χαλίλ Γκιμπράν-Νίκος Καζαντζάκης: Οι Στοχαστές του Αόρατου» (ΚΘΒΕ), «Το Μπουρδέλο» του Ηλία Πετρόπουλου – a site specific project αστικού ακτιβισμού (Το Λιμάνι ‘Αλλιώς’-free press magazine Παράλλαξη), «To Κρυφό Δωμάτιο» της Καρόλ Φρεσέτ (Πειραματική Σκηνή της Τέχνης) κ.ά. Οι σκηνοθεσίες της αφορούν κυρίως σύγχρονα έργα και σκηνικά πειράματα. Το ακαδημαϊκό της ενδιαφέρον εστιάζεται στην διαλεκτική του τόπου – μη τόπου και στην αισθητική του σοκ που καταγράφεται στο Βρετανικό Θέατρο μετά το ’90. Έχει συμμετέχει με ανακοινώσεις της σε συνέδρια του εσωτερικού και του εξωτερικού. Η πιο πρόσφατη ανακοίνωσή της με τον τίτλο In-Ye[r]terotopias Face: Blasted Hotel παρουσιάστηκε στο διεθνές συνέδριο ‘Sarah Kane Now’ που διοργανώθηκε από το πανεπιστήμιο του Lincoln (Μάρτιος 2012). Διδάσκει στην Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ .»

Έντυπο: Περιοδικό "City"

Συντάκτης: Σωτήρης Ζήκος

Ημερομηνία δημοσίευσης: 10.02.2013

Παράσταση: Βυσσινόκηπος