Μέρες ολόκληρες, νύχτες ολόκληρες,Ξαβιέ Ντυρενζέ

Δημοσιεύματα

Το περί δικαίου αίσθημα

Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.

Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.

Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.

Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει. 

Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.

Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.

Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.

Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;

Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.

 

Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.

Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.

Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.

Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει. 

Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.

Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.

Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.

Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;

Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.

 

 

Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.

Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.

Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.

Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει. 

Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.

Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.

Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.

Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;

Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.

Η παράσταση «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο της Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» ως τις 13 Απριλίου. - See more at: http://www.elculture.gr/elcblog/article/anathema-ta-talara-829546#prettyPhoto
Τι είδους «ψεγάδι» στις γνωστικές μας λειτουργίες μάς ωθεί να καταφεύγουμε στη φανταστική γεωμετρία των σχημάτων λόγου και να προτιμούμε την αντίληψη του κόσμου μέσα από την αναπάραστασή του παρά από την άμεση βιωμένη εμπειρία του; Από τις παραβολές του Χριστού ως τη ζωολογία του Αισώπου, από το σπήλαιο του Πλάτωνα ως τις περιπέτειες του Καραγκιόζη, ο τρόπος να μιλήσεις για κάτι υπήρξε πάντα το να μιλήσεις για κάτι άλλο.

Από όλες τις τέχνες που αναπαριστούν, η πιο τυχερή στάθηκε εκείνη του θεάτρου, προικισμένη με μια πρωτόφαντη αμεσότητα χώρου και ταυτόχρονα χρόνου. Η αλληγορία της θεατρικής πράξης δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά στα μάτια σου, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που θέλει να «αγορεύσει άλλως» σε συνθήκες σχεδόν πραγματικού χρόνου.

Στους θολούς καιρούς μας, τα θεατρικά αντανακλαστικά λειτούργησαν πολύ πιο γρήγορα από τα δημοσιογραφικά (και ασφαλώς από τα όποια πολιτικά), ανασύροντας από το κοίτασμα της παγκόσμιας δραματουργίας φωνές από το παρελθόν που φαντάζουν πιο οικείες και ταιριαστές από εκείνες στα δελτία ειδήσεων. Ο Ίψεν, ο Μπρεχτ, ο Τσέχοφ και άλλοι θεατρικοί κοινωνικοί ανατόμοι κλήθηκαν να μελετήσουν το λείψανο μιας ζωής που δε θα είναι ποτέ πια όπως την ξέραμε - ούτως ή άλλως, ό,τι θεμελιώδες αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει ήδη γραφτεί.

Το χρήμα, η φθοροποιός μηχανή της ανθρώπινης απληστίας και το κάθε λογής ξεπούλημα –συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της ηθικής και των αξιών- βρίσκουν τακτικά θέση κάτω από τους προβολείς μέσα από έργα που είναι διαχρονικά, ακριβώς γιατί περιγράφουν τη διαχρονική ανθρώπινη φύση: πέρασαν πράγματι 100 χρόνια από το «ανάθεμα τα τάλαρα» του παραστρατημένου Ανδρέα στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και 500 από τις περιπέτειες του άπληστου Φάουστ του Κρίστοφερ Μάρλοου;

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης είναι μια τραγική κωμωδία για τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος. Το άχρονο και άτοπο Γκύλεν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που επιλέγει ο Ντύρενματ για να διηγηθεί την αλληγορία του βρίσκει ιδανική στέγη στην Ελλάδα του 2014. Η πόλη που κάποτε φιλοξένησε τον Γκαίτε, αναφέρει ο συγγραφέας κλείνοντας το μάτι στη Φαουστική αλληγορία, βρίσκεται τώρα σε απόγνωση λόγω των χρεών της, της ανεργίας και της απαξίωσης που υφίσταται: «δεν είμαστε φτωχοί, λησμονημένοι είμαστε», λένε οι κάτοικοι του Γκύλεν αγναντεύοντας τα τρένα να περνούν χωρίς στάση στο σταθμό τους. Εναποθέτουν λοιπόν όλες τους τις ελπίδες σε ένα θαύμα, στη φιλανθρωπία μιας ζάμπλουτης κατοίκου της πόλης που μετά από χρόνια αναμένεται να επιστρέψει. 

Και η αλλόκοτη γηραιά κυρία Κλαίρη Ζαχανασιάν θα επιστρέψει πράγματι στη φτωχή της γενέτειρα και θα υποσχεθεί στους συμπολίτες της τη σωτηρία για την οποία προσεύχονται, όμως οι όροι που θέτει επιτρέπουν στον Ντύρενματ να εισαγάγει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση της Τιμής και του χρήματος: αυτό που κινδυνεύει στους θολούς καιρούς μας δεν είναι μόνο η ανθρώπινή μας διάσταση, αλλά και η συλλογική έκφραση των προσωπικών μας ηθικών: η Δικαιοσύνη. Κι ας πάσχισαν οι πολιτικοί μας τα τελευταία χρόνια να ξαναγράψουν τον Αριστοτέλη, κι ας γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πόσο λυόμενη κατασκευή είναι το κοινό περί δικαίου αίσθημα: το άδικο τρώγεται, αλλά δε χωνεύεται, γι' αυτό και ο αδικημένος είναι πάντα επικίνδυνος.

Η Κλαίρη Ζαχανασιάν δίνει ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσει τη Δικαιοσύνη και την ανθρωπιά της πόλης, αφού έχει ήδη αγοράσει τη δημόσια γη και τις υποδομές της, αλλά ζητάει φόρο αίματος: εκδίκηση για την αδικία που υπέστη σε μικρή ηλικία από τους κατοίκους της πόλης, λόγω της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον γενέθλιο τόπο της και να γίνει πόρνη. Τώρα είναι σειρά τους να εκπορνευτούν: ο εξανδραποδισμός συντελείται σταδιακά και ο καταναλωτισμός στέλνει την ανθρωπιά περίπατο. Ακόμη και αυτός ο δάσκαλος της πόλης, φλογερός κήρυκας των αρχών του ουμανισμού, καταλήγει να φορέσει τα κίτρινα παπούτσια, σύμβολο της νεόκοπης ευμάρειας της πόλης. Ο ορισμός της Δικαιοσύνης μονίμως διαφεύγων, αρθρώνεται ξανά και ξανά ανάλογα με τις ανάγκες ή τις παρεκβάσεις που έχει να καλύψει.

Η αφαιρετική σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη, που δανείζεται από τα κόμικς την τεχνική του καδραρίσματος για να παρουσιάσει την ιστορία της «σε δύο διαστάσεις», απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε είδους συναίσθημα, για να επιτρέψει ακριβώς να αναδειχθεί μόνο αυτό το εύπλαστο περί δικαίου αίσθημα σύμφωνα με τις επιταγές της γηραιάς κυρίας. Οι κάτοικοι του Γκύλεν, ανέκφραστοι και «λογικοί», ελάχιστα μοιάζουν να διαφέρουν από τη cyborg εκδοχή της Κλαίρης Ζαχανασιάν και τη μεταλλαγμένη κουστωδία της. Μόνη χρωματιστή φιγούρα, αντιστικτική στο καλοκουρδισμένο ασπρόμαυρο παρασκήνιο, ο αποδιοπομπαίος τράγος Άλφρεντ Ιλ, η αιτία της εκδικητικής μανίας της γηραιάς κυρίας, ο φταίχτης που από ήρωας μετατρέπεται σε εμβληματικό αντι-ήρωα.

Με αυτή την πρώτη παράσταση μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο «Βυσσινόκηπο» (τον αντίκτυπο του οποίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρει να ξεπεράσει), ο καλοδουλεμένος θίασος της Πειραματικής Σκηνής που εξακολουθεί να περιπλανιέται πιο κοντά στον πειραματισμό παρά στα κλασικότροπα ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων (το μόνο θετικό απότοκο της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζει), ξένισε μια μερίδα του –ως επί το πλείστον- μεσήλικου κοινού της. Είναι ζήτημα αισθητικής ή όχλησης;

Το συναίσθημα που αναμοχλεύει εντός μας η παράσταση δεν είναι ευχάριστο. Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν είναι η ιστορία που έγραψε ο Ντύρενματ, το αλληγορικό της ανάγνωσμα είναι ακριβώς η πιθανότητά της, η ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης που δε συγκρατείται σε καλούπια. Ο ίδιος έγραψε ότι «δεν αισθάνεται διαφορετικός από τους κατοίκους της μικρής πόλης, ούτε είναι σίγουρος ότι θα ενεργούσε διαφορετικά από αυτούς». Οι κάτοικοι του Γκύλεν, του Dogville ή της μικρής σουηδικής πόλης στο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg μας απωθούν, ακριβώς γιατί μπορεί και να μας μοιάζουν.

Η παράσταση «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο της Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» ως τις 13 Απριλίου. - See more at: http://www.elculture.gr/elcblog/article/anathema-ta-talara-829546#prettyPhoto

Έντυπο: elculture.gr

Συντάκτης: Μαρίνα Κοντού

Ημερομηνία δημοσίευσης: 02.04.2014

Παράσταση: Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας