Τα σαράντα κλειδιά,Σκυριανό παραμύθι

Δημοσιεύματα

Στάθης Μαυρόπουλος («Πανικός στα παρασκήνια»)

Σκηνοθετεί για την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» την παράσταση «Πανικός στα παρασκήνια» του Κεν Λούντβιχ στην οποία παίζουν οι Δημήτρης Ναζίρης, Έφη Σταμούλη, Μένη Κυριάκογλου, Σοφία Βούλγαρη, Άννα Ευθυμίου, Γιώργος Δημητριάδης, Ηλίας Παπαδόπουλος και ο ίδιος. Ο Στάθης Μαυρόπουλος έδωσε συνέντευξη στον Σωτήρη Ζήκο, αρχισυντάκτη του περιοδικού CITY.

Ποιο είναι το στόρι και ποια τα πρόσωπα του έργου «Πανικός στα παρασκήνια»;
Πρόκειται για μια πολύ αστεία ιστορία θεατρίνων, κάτι σαν και μας δηλαδή, με απίστευτα χρέη (πάλι κάτι σαν και μας). Ένας περιοδεύων θίασος κάπου στην επαρχία της Νέας Υόρκης, κάπου γύρω στο ’80: Ένα μεσήλικο ζευγάρι ηθοποιών, παρά λίγο σταρ του Χόλυγουντ και του Μπρόντγουεη, δευτεράντζες πρωταγωνιστές σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Η ηλικιωμένη δύστροπη πεθερά, θεόκουφη, ηθοποιός και αυτή. Η κόρη, οι αρραβωνιαστικοί της (πρώην και επόμενος), ένας διάσημος σκηνοθέτης του κινηματογράφου (στη διασκευή μας ο Στάνλευ Κιούμπρικ), που πρόκειται να έρθει να δει την παράσταση που παίζουν για να τους κάνει πρωταγωνιστές στη νέα ταινία του, ένα υπαρξιακό δράμα πάνω στο μεσόκοπο Ταρζάν... Φυσικά τίποτε δεν πάει καλά, οι παρεξηγήσεις και τα λάθη έρχονται το ένα μετά το άλλο, και διαλύονται τα πάντα.

Για ποιο λόγο επιλέχτηκε αυτό το έργο από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»;
Πρώτα-πρώτα επειδή είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία, ένα έργο που μπορεί να έχει πλατιά απήχηση (ας το ελπίσουμε!). Κι έπειτα επειδή, λόγω κρίσης της χώρας και κακών οιωνών για την Πειραματική, είχαμε την ανάγκη να παίξουμε κάτι κωμικό, στα όρια του εξωφρενικού. Από μια διάθεση αυτοσαρκασμού, επίσης, καθώς ο θίασος του έργου, που από πολλές πλευρές δεν μοιάζει καθόλου στον δικό μας, βρίσκεται κι αυτός στο χείλος ενός γκρεμού, οικονομικού γκρεμού χωρίς την επιλογή να υπάρχει πίσω ρέμα…

Ακολούθησες κάποια συγκεκριμένη σκηνοθετική γραμμή που πιστεύεις ότι αναδεικνύει καλύτερα το έργο στο ελληνικό κοινό;
Θα έλεγα ότι εμπιστεύθηκα περισσότερο το ένστικτό μου και την εμπειρία μου ως ηθοποιού σε ανάλογα έργα. Αυτού του είδους τα εγχειρήματα απαιτούν περισσότερο τεχνική, παρά «ατμόσφαιρα». Η κωμωδία είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο είδος θεάτρου, γιατί δεν μπορείς να κρυφτείς από πουθενά. Τα καλύτερα φώτα, τα πιο εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια δεν μπορούν να στηρίξουν μια παράσταση που είναι άρρυθμη. Φαντάσου πώς νιώθεις σαν θεατής όταν πας στο θέατρο να δεις μια κωμωδία και μετά φεύγεις και λες: ε, καλά, δε γελάσαμε και με την καρδιά μας…

Και πιστεύεις ότι θα πετύχει;
Αν δεν πετύχει θα φταίμε εμείς, όχι ο Λούντβιχ. Άκου τι έγραψε ένας κριτικός όταν πρωτοπαίχτηκε το έργο στη Νέα Υόρκη: «Η πιο αστεία παράσταση αυτή την εποχή στη Νέα Υόρκη. Στη δεύτερη πράξη, έχουμε μια παράσταση μέσα στην παράσταση, όπου οι ηθοποιοί φοράνε λάθος κοστούμι και λένε ατάκες από λάθος έργο, μια εξωφρενικά κωμική σκηνή. Είδα το έργο τρεις φορές, ελπίζω εσείς να το δείτε τουλάχιστον μία». Άλλος: «Είναι ξεκαρδιστικό. Ο Λούντβιχ γέμισε το έργο του με κωμικές επινοήσεις και απανωτά γκαγκς, μαζί με μια δόση παραλόγου. Μια βραδιά φαρσικής απόλαυσης». Ελπίζω ότι βρήκαμε το κλειδί του έργου, που είναι, σύμφωνα μ’ έναν άλλο κριτικό, «τρελό χιούμορ με πινελιές απόγνωσης».

Πρώτη φορά παίζεται το έργο στην Ελλάδα;
Όχι, πρωτοπαίχτηκε το 2001 στην Αθήνα, από την Άννα Παναγιωτοπούλου και τον Παύλο Χαϊκάλη, με τίτλο «Κάποιος να σηκώνει το τηλέφωνο». Μεγάλη επιτυχία είχε πριν από χρόνια στην Αθήνα και το έργο του «Ζητείται τενόρος», με τον Γιώργο Κιμούλη και τον Κώστα Αρζόγλου.

Υπήρξαν στιγμές του έργου στις οποίες οι ηθοποιοί αναγνώρισαν δικές τους εμπειρίες; Θυμήθηκαν δικά τους περιστατικά «πανικού στα παρασκήνια»;
Μόνο στιγμές; Και σ’ αυτό το έργο, όπως και παλιότερα στο «Σώσε», κάθε τόσο θυμόμασταν μια ανάλογη ιστορία. Είναι αυτό που λέμε «όλα από τη ζωή είναι βγαλμένα». Εδώ γίνεται, διαρκούσης της παραστάσεως μπέρδεμα έργων και κοστουμιών. Λοιπόν, δε θα ξεχάσω ποτέ, όταν σε μια πρεμιέρα, κάπου στην μέση της παράστασης, ένας ηθοποιός μπερδεύτηκε. «Πήδηξε» λοιπόν καμιά σαρανταριά σελίδες κειμένου χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Θα τελείωνε την παράσταση περίπου μισή ώρα νωρίτερα, οι θεατές δεν θα καταλάβαιναν πολλά πράγματα από την υπόθεση. Αυτό που θυμάμαι κι ακόμα γελάω, είναι ένας απίστευτος πανικός στα φώτα και στον ήχο, καθώς οι τεχνικοί φυλλομετρούσαν πυρετωδώς το κείμενο και έψαχναν να βρουν πού διάολο πήγαμε την παράσταση και πώς να τη σώσουν. Τα φώτα έπεφταν σε άσχετα σημεία, και το χειρότερο, αυτός που έκανε το λάθος συνέχιζε ακάθεκτος. Η αδρεναλίνη μου πήγε στα ύψη και στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που είχα να αντιδράσω αποφάσισα να ξαναπάρω το κείμενο από την αρχή και ότι θέλει ας γίνει. Ε …παίξαμε μια σκηνή δύο φορές, απλώς την αλλάζαμε λίγο αυτοσχεδιαστικά μήπως και καταφέρουμε να πείσουμε το κοινό ότι ήταν παραλλαγή από άποψη. Τελικά οι μόνοι που το κατάλαβαν ήμασταν εμείς. Ούτε καν αυτός που έκανε το λάθος.

Εσύ ποιο ρόλο παίζεις στην παράσταση και τι λειτούργησε ως σκηνοθετικό μάτι στις πρόβες για την δική σου ερμηνεία;
Παίζω ελάχιστα στην παράσταση. Κι αυτό γιατί δεν ήθελα στις πρόβες να λείπω από την πλατεία. Είναι αδύνατον σε ένα έργο με τέτοιους ρυθμούς να παίζεις και να σκηνοθετείς. Βέβαια, σ’ αυτό το λίγο είχα βοήθεια τη ματιά των άλλων ηθοποιών. Μερικές φορές μάλιστα, βγάζανε το άχτι τους και με έβαζαν να κάνω πρόβα ξανά και ξανά, λέγοντας μου ότι δεν γίνεται ο σκηνοθέτης όταν παίζει να είναι «αγγούρι».

Ποια ήταν η συμβολή της μετάφρασης του έργου που έκανε ο Δημήτρης Ναζίρης στην σκηνοθετική άποψη, τουλάχιστον όσον αφορά στο λόγο;
Το κείμενο στο πρωτότυπο, ήταν πολύ «αμερικάνικο». Πολλά από τα αστεία του ήταν ακατανόητα στο ελληνικό κοινό. Έτσι, δουλέψαμε πολύ ως ομάδα, ο Δημήτρης η Έφη, ο Νικηφόρος Παπανδρέου και εγώ, και του «δώσαμε και κατάλαβε». Επιπλέον θέλαμε, όπως είπα και νωρίτερα, να το προσαρμόσουμε λίγο στα καθ’ ημάς, να παίξουμε και με τη «δική μας κατάσταση». Νομίζω ότι το τελικό αποτέλεσμα έχει πολύ γέλιο.

Πώς τα βλέπεις τα θεατρικά πράγματα στην πόλη;
Α… μάλιστα! Εδώ είναι που σοβαρεύει απότομα η κουβέντα…Δυστυχώς, η κατάσταση από ομιχλώδης φαίνεται να μετατρέπεται σε σκοτεινή. Μάλλον περνάμε σε άλλες εποχές που κανείς δεν περίμενε. Ο πολιτισμός αρχίζει να θεωρείται είδος πολυτελείας και άχρηστο. Εδώ δεν έχουμε ψωμί να φάμε, θα νοιαστούμε για το παντεσπάνι… Έτσι, η Πειραματική σκηνή της «Τέχνης» αποφάσισε να αναστείλει τη λειτουργία της, το Κρατικό λόγω έλλειψης χρημάτων ματαιώνει παραγωγές, ευτυχώς συνεχίζουν οι νεανικές ομάδες που θεωρούν αυτονόητο ότι θα δουλεύουν χωρίς καμία αμοιβή. Ηθοποιός λοιπόν θα σημαίνει «εθελοντής» και χορηγός του εαυτού του. Σ’ αυτή την πόλη θα επιβιώσουν τελικά μόνο τα άπειρα μπαρ που ξεφυτρώνουν κάθε μέρα και καταλαμβάνουν πεζοδρόμια;

Έντυπο: Περιοδικό City

Συντάκτης: Σωτήρης Ζήκος

Ημερομηνία δημοσίευσης: 15.12.2011

Παράσταση: Πανικός στα παρασκήνια