Μέρες ολόκληρες, νύχτες ολόκληρες,Ξαβιέ Ντυρενζέ

Δημοσιεύματα

Πειραματική Σκηνή της Τέχνης: Ζήτημα Επιβίωσης

Οι φήμες για την Πειραματική κυκλοφορούσαν εδώ και καιρό. Δυσβάσταχτα χρέη (κοντά στα 70.000 ευρώ), απλήρωτοι συνεργάτες, ενοίκια, μια επιχορήγηση που δεν ήρθε ποτέ.  Συζητιόταν το θέμα στις παρέες, σαν το κερασάκι στην τούρτα των κακών οιωνών,  σαν άλλη μια επιβεβαίωση της κατάντιας που χτυπάει την πόρτα μας. Η επαλήθευση ήρθε πριν από λίγες μέρες μαζί με την πρόσκληση σε μια συνέντευξη Τύπου με θέμα την «επικείμενη αναστολή λειτουργίας του θιάσου». Η είδηση διαδόθηκε αμέσως. «Κλείνει και η Πειραματική!» Δηλαδή, κλείνει ακόμα και η Πειραματική! Με άλλα λόγια, δε διασώζεται από τη λαίλαπα της οικονομικής κατρακύλας ούτε ο μακροβιότερος θίασος της πόλης. Η δεύτερη σκηνή εναλλασσόμενου ρεπερτορίου μετά το Κρατικό, ένα από τα λίγα θεατρικά σημεία αναφοράς στη Θεσσαλονίκη κατεβάζει αυλαία!

«Ε, και; Είναι μόνο ένα θέατρο! Εδώ καταρρέει η χώρα!». Ένα τέτοιο πικρό σχόλιο θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος ο ιδρυτής της ομάδας, ο θεατρολόγος Νικηφόρος Παπανδρέου, γνωστός για το υπόγειο χιούμορ του. Ίσως γι’ αυτό σημειώνει στο κάλεσμα προς τους δημοσιογράφους «σας περιμένουμε με ιδιαίτερη χαρά»! Τι σημαίνει, όμως, για την πόλη η αναστολή λειτουργίας  αυτού του ιστορικού θιάσου; Και μάλιστα, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Αν χρειαστεί να μιλήσει κανείς για την προσφορά του τα τελευταία 32 χρόνια, δεν αρκεί να ανατρέξει στα 100 και πλέον έργα που ανέβασε ακολουθώντας το σύνθημα του Βιτέζ «ελιτίστικο θέατρο για όλους».  Πρέπει, πρώτα απ’ όλα να επισημάνει κάτι σπάνιο: τη συνέπεια, την συνέχεια και την ψυχραιμία στον σχεδιασμό του ρεπερτορίου. Το στίγμα δόθηκε ήδη από το εναρκτήριο για την ομάδα  «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», το 1979, στο θέατρο «Άδωνις» της Ρούλας Πατεράκη αλλά και την «Πόλη» της Αναγνωστάκη που ακολούθησε στην ίδια σκηνή. Το κλασσικό και το σύγχρονο, το ελληνικό και το παγκόσμιο είχαν τη θέση τους στο δραματολόγιο αυτού του θεάτρου χωρίς τις διαρκείς κρίσεις ταυτότητας που έπλητταν το Κρατικό και τις εμμονές των εκάστοτε διευθυντών του. Κι όταν, πλέον, το 1986, ο θίασος δημιούργησε τη δική του στέγη μέσα σ’ ένα παρηκμασμένο σινεμά, η Θεσσαλονίκη βρήκε στο θέατρο «Αμαλία» έναν σταθερό τόπο συνάντησης με τα σημαντικά κείμενα.

Eυριπίδης, Aριστοφάνης, Σαίξπηρ, Mπεν Tζόνσον, Γκολντόνι, Mαριβώ, Ίψεν, Tσέχοφ, Λόρκα, Mπρεχτ, Mπέκετ, Iονέσκο, Πίντερ, αλλά και Φρίελ, Μακ Γκίνες, Φόσε, Mισίμα, Nτύλαν Tόμας, Ίνγκμαρ Mπέργκμαν, Eρίκ Pομέρ, Γιασμίνα Pεζά, Σάρλοτ Kήτλυ, Mατέι Bισνιέκ, Ξαβιέ Ντυρενζέ, Ζοέλ Πομμερά, Καρόλ Φρεσέτ.

Παράλληλα, το ελληνικό έργο, οι νέοι δημιουργοί, τα άπαιχτα κείμενα, οι ποιητές είχαν τη θέση τους στα ίδια σανίδια. Ιάκωβος Καμπανέλλης, Λούλα Αναγνωστάκη, Κεχαϊδης-Χαβιαρά, και Καπετανάκης και Ξενόπουλος, αλλά και Στέλλα Mιχαηλίδου, Άκης Δήμου, Πένυ Φυλακτάκη, Σάκης Σερέφας. Pίτσος, Eλύτης, Mπακόλας.

Δεν ήταν όμως μόνο το ρεπερτόριο. Ήταν και οι 150 ηθοποιοί, οι σκηνοθέτες, οι σκηνογράφοι και οι θεατρολόγοι που γαλουχήθηκαν σ΄αυτό το φυτώριο. Ήταν τα πολύτιμα «Θεατρικά Τετράδια». Ήταν η «Θεατρική Άνοιξη», παράθυρο στην αθηναϊκή και την ευρωπαϊκή παραγωγή.

Ένα σχολείο, δηλαδή, για το κοινό αλλά και για τους εκκολαπτόμενους ειδικούς σε μια πόλη που δεν της …περίσσευε η θεατρική παιδεία! Και είναι γνωστό, από τα χρόνια του Ουγκώ ακόμα, πως «όταν κλείνει ένα σχολείο ανοίγει μια φυλακή»! Γιατί κάπως έτσι θα μοιάζει η Θεσσαλονίκη αν η τέχνη και το πνεύμα πάνε περίπατο! Με φυλακή!

Αν η συγκυρία ήταν διαφορετική, ίσως θα έμοιαζε πειστική μια ερμηνεία περί φθοράς του χρόνου. Ναι, για όλα υπάρχει ένα τέλος. Και ναι, ήταν ευδιάκριτα κάποια σημάδια κόπωσης αλλά και προβλήματα μανιέρας, παρά την διαρκή προσπάθεια ανανέωσης.  Ακόμα κι έτσι, οι έξι παραγωγές του θεάτρου και οι  εννέα ομάδες που φιλοξενήθηκαν εκεί στο πλαίσιο των «Προτάσεων», μόλις την προηγούμενη σεζόν, μετέτρεψαν την οδό Αμαλίας, και πέρυσι, σε ένα πολυσύχναστο δρόμο αποδεικνύοντας  ότι αυτός ο θίασος μπορεί πολλά ακόμα να δώσει σ’ ένα κοινό που διψάει για καλό θέατρο, αλλά έχει μετρημένες επιλογές.

Επιπλέον, το κλείσιμο της Πειραματικής δεν είναι το πρώτο χτύπημα που δέχεται ο πολιτισμός στη Θεσσαλονίκη, ούτε θα είναι το τελευταίο. Τούτη την ώρα, όλοι οι φορείς πολιτισμού συνεχίζουν ασθμαίνοντας, αρκετοί υπολειτουργούν και κάμποσοι κινδυνεύουν με λουκέτο. Μουσεία, ωδεία, ραδιόφωνα, εφημερίδες, θέατρα! Ακόμα και το Κ.Θ.Β.Ε. έχει ακυρώσει παραγωγές ψάχνοντας λύσεις επιβίωσης.   

Η μόνη αχτίδα αισιοδοξίας σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο είναι οι πολλές νέες ομάδες που δίνουν μια αίσθηση ζωντάνιας. Μπορούν, όμως, αυτές οι ομάδες να προσφέρουν μια στέρεα βάση για την καλλιέργεια της θεατρικής τέχνης; Αρκούν για την διατήρηση και αύξηση ενός παιδευμένου κοινού; Και για πόσο, όταν οι συνθήκες όχι μόνο δεν ευνοούν μια νέα άνθηση των τεχνών, αλλά, αντίθετα, κάνουν τη διαρροή προς το κέντρο να μοιάζει μονόδρομος;

Δύσκολο, λοιπόν, να ανταποκριθεί κανείς στο κάλεσμα για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου  «με χαρά»! Ούτε όμως και το μοιρολατρικό ύφος του κλαμένου συγγενή έχει κάποιο νόημα. Το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι μόνον αυτό της επιβίωσης μιας θεατρικής σκηνής αλλά και οι συνθήκες διαβίωσης μιας ολόκληρης πόλης για τα επόμενα χρόνια. Αυτό είναι το θέμα που πρέπει να συζητηθεί αύριο… Ή μάλλον χθες!

Έντυπο: Ηλεκτρονικό περιοδικό "Παράλλαξη"

Συντάκτης: Ελένη Κουρτίδου

Ημερομηνία δημοσίευσης: 23.11.2011