Ερωτικό συμπόσιο,Aρχαία ελληνικά επιγράμματα και σαιξπηρικά σονέτα μεταφρασμένα από τον Νίκο Χουρμουζιάδη

Δημοσιεύματα

Η θαμμένη κόρη

Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης μπορεί να στερήθηκε πιθανόν τη μόνιμη στέγη της τα τελευταία χρόνια, δεν διέκοψε όμως την οργανική επαφή της με την πόλη. Με μια νέα στρατηγική, λοιπόν, που θυμίζει το παλιό εκείνο «αντάρτικο» των πρώτων πειραματικών θιάσων της μεταπολίτευσης, επανέρχεται αυτή τη φορά στο Δημοτικό της Καλαμαριάς, με ένα καθιερωμένο έργο, τη «Βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, σε μια νέα σκηνοθετική ματιά, της Χριστίνας Χατζηβασιλείου.

Θυμίζω βιαστικά τον δραματουργικό καμβά του έργου: Σε κάποιο ορεινό χωριό της Ιρλανδίας ζουν η σαραντάρα Μορίν με τη γριά μητέρα της, Μαγκ. Η Μορίν πέρασε προφανώς τα νιάτα της γηροκομώντας μια δύσκολη μητέρα, απαιτητική, πανούργα, αλλά -κι αυτό ίσως είναι το χειρότερο- εξαιρετικά φοβισμένη. Η συνεχής τριβή στα στενά όρια του σπιτιού και της καθημερινότητας, η ρουτίνα, η αδιέξοδη επανάληψη και η προοπτική ενός αύριο που μοιάζει από το παρόν ακυρωμένο, έχει μετατρέψει μάνα και κόρη σε απειλητικά, άγρια ζώα κλεισμένα στο ίδιο κλουβί. Δεν τηρείται πια κανένα πρόσχημα: η μια σιχαίνεται ανοιχτά την άλλη και τη μισεί, η μια βασανίζει την άλλη με όλους τους πιθανούς τρόπους -σωματικά, ψυχολογικά, υπαρξιακά. Και, βέβαια, όπως επίσης συχνά συμβαίνει, οι δυο τους συνδέονται, εκτός από το μίσος, με την αδιόρατη κλωστή της ανάγκης και της καταναγκαστικής αφοσίωσης. Είναι μια συγκατοίκηση κοντινή στον «κανιβαλισμό», ο οποίος διεξάγεται κάθε μέρα με ένα τελετουργικό παιχνίδι αλληλοεξόντωσης.

Οικείος εφιάλτης

Σε ποιον όλο αυτό θυμίζει οικείες καταστάσεις; Αν η γεωγραφία κάνει την ιστορία στο ιρλανδικό χωριό τού Λιν να μοιάζει πιθανόν μακρινή, η κατάσταση που περιγράφει ο Μακ Ντόνα μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη: μια -ακόμη μία- νέα γυναίκα εγκλωβισμένη ανάμεσα στο χρέος και στους εφιάλτες μιας οριστικά θαμμένης ζωής. Δεν λέω περισσότερα για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα που περιμένει τον θεατή της παράστασης.

Αν φημίζεται για κάτι ο Μακ Ντόνα (και, θα μου επιτραπεί να πω, ολόκληρο το νεότερο ιρλανδικό θέατρο) είναι γι’ αυτή την ικανότητα να εμπλουτίζει τη μεγάλη σχολή του βρετανικού θεάτρου με την αύρα της ιρλανδικής ιθαγένειας και την ένταση ενός «στα μούτρα μας» εφιάλτη. Με πράγματα που μοιάζουν μαζί κοντινά και γνώριμα, όσο και ανοίκεια και τερατώδη. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται συνήθως αλλού, τουλάχιστον για έναν νέο σκηνοθέτη: είναι πως το συγκεκριμένο έργο του ΜακΝτόνα έχει παιχτεί και ξαναπαιχτεί. Εχει πλέον εγγραφεί στο θέατρό μας και έχει αποκτήσει ταυτότητα. Εργα όπως η «Βασίλισσα της ομορφιάς» μοιάζουν από πολλές απόψεις «τελειωμένα». Παίζονται όχι σαν κάποια νέα καλλιτεχνική πρόταση, αλλά σαν προεξοφλημένη επιτυχία μιας παλαιότερης πρωτοποριακής εφεδρείας.

Κι όμως, αυτό που παρακολούθησα στο Θέατρο της Καλαμαριάς ήταν μια εικόνα απολύτως φρέσκια. Θα έλεγα ακόμη πως ήταν μια εικόνα της «Βασίλισσας» που θα έπρεπε ίσως να την έχουμε ήδη δει. Η απόδοση της Χατζηβασιλείου κινήθηκε αντίθετα απ’ ό,τι θα χαρακτήριζε το έργο «ηθογραφία». Με πρώτο και διόλου ασήμαντο στοιχείο της ρήξης της το ίδιο το σκηνικό.

Σπίτι χωρίς ψυχή

Η σκηνογραφία της Ολγας Χατζηιακώβου θυμίζει αληθινά περισσότερο κρεοπωλείο παρά κάποιο ιρλανδικό χωριατόσπιτο. Στη μέση απλώνεται ένα τραπέζι, μακρύ και χαοτικό, για να μεταφέρει τη διάθεση μιας ανόρεκτης επιμέλειας. Και γύρω κρέμονται μαγειρικά σκεύη, εργαλεία που αιωρούνται και μετεωρίζονται με τις κινήσεις των ηθοποιών.

Τα πάντα στη διδασκαλία της Χατζηβασιλείου στοχεύουν στην ανισορροπία και τον μετεωρισμό, στην εμπέδωση ενός εχθρικού κλίματος ανοικείωσης. Αυτό το σπίτι δεν μπορεί ποτέ να γίνει «σπιτικό». Δεν διαθέτει ιθαγένεια ή εστία, δεν έχει «ψυχή». Είναι η παράθεση ορισμένων χρηστικών αντικειμένων, ένα λειτουργικό κενό, μια ψυχική στάση αναμονής. Είναι λιγότερο το εσωτερικό ενός σπιτιού και περισσότερο ένα εσωτερικό τοπίο.

Επέμεινα τόσο σε αυτό γιατί δίνει, όπως πιστεύω, την καλύτερη εισαγωγή μας στις ερμηνείες των ηθοποιών. Η Εφη Σταμούλη αποδίδει μια Μαγκ γεμάτη χρωματισμούς και στοιχεία ιδιοτροπίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ηθοποιός έχει βάλει πολλά στον ρόλο της, που ο ΜακΝτόνα «παρέλειψε»: την αφηρημάδα και το άκκισμα της γριάς, το πείσμα και την εμμονή της ηλικίας (και ίσως της ιδιοσυγκρασίας) της. Εντύπωση όμως μου έκανε η Σοφία Βούλγαρη στον ρόλο της Μορίν. Η δική της Μορίν είναι εύθραυστη και επικίνδυνη σαν κομμένο γυαλί. Μια στερημένη σαραντάρα, νευρική, κακόγουστη κι εξόφθαλμα διαθέσιμη, λιγότερο ίσως οικεία από τις μέχρι τώρα καταθέσεις του ρόλου, πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσα και σύγχρονη.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι ανδρικοί ρόλοι: ο Κωστής Ραμπαβίλας σαν Ρέι είναι ένα απολαυστικό χωριατόπαιδο, με το ύφος τού δήθεν χούλιγκαν και το νεύρο του ατσούμπαλου εφήβου. Ο λεβέντης Ιρλανδός μετανάστης Πάτο Ντούλαν έχει μεγαλύτερο ερμηνευτικό βάθος από ό,τι φανερώνει η επιφάνεια του ρόλου: η ερμηνεία τού Πάτο ζητάει εφόδια και ευαισθησία που φαίνεται πως διαθέτει ο Γιώργος Δημητριάδης.

Το τέλος του δράματος δεν θα φέρει τη σωτηρία για τη Μορίν. Ούτε και θα μπορούσε. Ο δρόμος για την ελευθερία είναι μεγαλύτερος απ’ όσο η ίδια πιστεύει. Περνάει μέσα από την αυτοεκτίμηση, την ωρίμανση και τον ρεαλισμό, μέσα από μονοπάτια που ούτε μπορούν να φανταστούν ή, ακόμη περισσότερο, να ακολουθήσουν οι ήρωες του ΜακΝτόνα. Είναι τα μικρά πρόσωπα ενός μικρού κόσμου, κι αν μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή τους είναι γιατί αγγίζουν τις δικές μας μύχιες κλίμακες.

Έντυπο: Εφημερίδα των Συντακτών

Συντάκτης: Γρηγόρης Ιωαννίδης

Ημερομηνία δημοσίευσης: 30.03.2015

Παράσταση: Η βασίλισσα της ομορφιάς