Ερωτικό συμπόσιο,Aρχαία ελληνικά επιγράμματα και σαιξπηρικά σονέτα μεταφρασμένα από τον Νίκο Χουρμουζιάδη

Δημοσιεύματα

Ο φιλικός ρεαλισμός του Βυσσινόκηπου-Κριτική

Όταν πρωτοπαραστάθηκε «Η φαλακρή τραγουδίστρια», ο Ιονέσκο αντίκρισε έκπληκτος τους θεατές να ξεκαρδίζονται στα γέλια· ο ίδιος, όπως αναφέρει στις «Σημειώσεις και Αντισημειώσεις του», θεωρούσε ότι είχε γράψει «κάτι σαν την τραγωδία της γλώσσας». Το αντίστροφο είχε συμβεί παλαιότερα με τον Τσέχοφ: θεωρώντας τον «Βυσσινόκηπό» του κωμωδία, διαφώνησε θυμωμένος με την εκδοχή του Στανισλάβσκι, που ανέβασε το έργο ως δράμα.

Συμπέρασμα; Η ερμηνευτική πρόσληψη δεν ταυτίζεται κατ’ανάγκη με τη συγγραφική πρόθεση. Ωστόσο τέτοιες αποκλίσεις, κατά τη γνώμη μας, όχι μόνο δεν δηλώνουν πρόβλημα, αλλά, αντίθετα, αποτελούν ενδείκτες καλλιτεχνικής πολυσημίας και μαρτυρούν πως το σημαντικό έργο έχει τη δύναμη να υπερβαίνει ακόμη και τον δημιουργό του.

Στον δικό της «Βυσσινόκηπο», η Χριστίνα Χατζηβασιλείου ισορροπεί με ακροβατική ευστάθεια ανάμεσα στην ειδολογική προσταγή του Τσέχωφ και στην προσωπική της ανάγνωση, πετυχαίνοντας έναν μελετημένα αμφίρροπο τόνο, ούτε κωμικό ούτε δραματικό, που επιπλέον εκλύει τη σωματική θέρμη και τις δονήσεις ενός ολοζώντανου ανθρώπινου μικροθύλακα εν δράσει. Αν επιχειρούσε κάποιος να περιγράψει την αίσθηση, θα μπορούσε να μιλήσει για τον «φιλικό ρεαλισμό» της παράστασης, πράγμα που συνδέεται βέβαια και με την ιδιαίτερη τοπολογική συνθήκη που την προσδιορίζει.

Πράγματι, η καταχρεωμένη αριστοκράτισσα Λιουμπόφ Αντρέγεβνα, που επιστρέφει στο οικογενειακό κτήμα λίγο πριν αυτό πουληθεί, η κόρη και η ψυχοκόρη της, ο αδελφός της, οι υπηρέτες, ο ευκατάστατος εκπρόσωπος της ανερχόμενης μεσαίας τάξης Λοπάχιν, που θα γίνει ο νέος ιδιοκτήτης και θα ρημάξει τον βυσσινόκηπο για να επενδύσει σε εξοχικές κατοικίες, όλα αυτά τα πλάσματα που βιώνουν στο δέρμα τους τις κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές του καιρού τους, δεν κατοικούν σκηνή, αλλά τους διαδρόμους, τις κάμαρες και την ψηλοτάβανη σάλα με τα ξύλινα κουφώματα της υπέροχης Βίλας Καπαντζή, που σήμερα στεγάζει το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας.

Η παρακμασμένη ρωσική αρχοντιά φωλιάζει σαν στο σπίτι της στο καλοδιατηρημένο αυτό ίχνος της Θεσσαλονίκης του 19ου αιώνα, όπου ο δραματικός και ο σκηνικός χώρος συνταυτίζονται γοητευτικά, ενώ οι θεατές μετέχουν ως καλεσμένοι και γίνεται δύσκολο να πει κάποιος, αν είναι το πραγματικό που περιβάλλει τη θεατρική πράξη ή το αντίθετο. Πρόκειται δηλαδή για ιδανικό δείγμα site-specific παράστασης (ή environmental theatre), αντίστοιχο με αυτό που είχαμε ξαναδεί στην πόλη αρκετά χρόνια πριν (2003), όταν η ομάδα «Λύκη Βυθού» είχε στεγάσει τη «Φαίδρα» της σε μια άλλη βίλα της οδού Βασιλίσσης Όλγας, την Κάζα Μπιάνκα.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση είναι πολύ εντονότερη η hic et nunc διάσταση της θεατρικής πράξης, σαν η ιστορία να συμβαίνει και την ίδια στιγμή να  εκδραματίζεται. Και ακόμη, διακρίνει κανείς ένα επιπλέον επίπεδο σημασίας, πιο φορτισμένο, που δίνει στο εγχείρημα συμβολική σχεδόν υπόσταση: όταν, στην τελευταία πράξη, η οικογένεια εγκαταλείπει το σπίτι και ο χώρος απομένει άδειος από έπιπλα, με τα κιβώτια της μετακόμισης στη μέση, όταν, επιπλέον, βλέπεις τους ηθοποιούς να βγαίνουν ένας ένας από τη μεγάλη σάλα, δεν γίνεται να μη σκεφτείς ότι είναι, κυριολεκτικά, ο θίασος της Πειραματικής Σκηνής που αποχαιρετά μια εποχή και μαζί το δικό του σπίτι, το θέατρο Αμαλία.

Αλλά για να επιστρέψουμε στη σκηνοθεσία, η Χατζηβασιλείου δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να παρεμβαίνει με διάθεση μεγάλων αλλαγών στο τσεχωφικό υπέδαφος. Ίσως γιατί αναγνωρίζει, ότι το βασικότερο θέλγητρο στη συγκεκριμένη παράσταση είναι ο χώρος, αυτός υποβάλλει ήθος και κλίμα, οπότε προτιμά να τον αφήσει να λειτουργήσει πρωταγωνιστικά, πράγμα που γίνεται. Πιάνει εντούτοις από τις ακρούλες του το κειμενικό πλέγμα, αφαιρεί και συσφίγγει προσεκτικά, θυσιάζοντας, ενδεχομένως, κάποιες λεπτότερες αποχρώσεις, που όμως αντισταθμίζονται από τη βουερή σβελτάδα, τη διαύγεια και την ένταση του θεάματος. Η «φωνή» της ακούγεται και στο μεταδραματικό σχόλιο δια στόματος του υπηρέτη Φιρς, εύρημα που μπορεί να μην είναι πρωτοφανές, ωστόσο προσθέτει άλλη μία στιβάδα στην ήδη πολύπλοκη διάδραση πραγματικότητας και θεάτρου.

Όσο για το θορυβώδες ανθρώπινο σμάρι που ζει για μιάμιση ώρα σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές και τους συναναστρέφεται, αυτό κινείται με ορατό κέφι και φυσική άνεση στον σχετικά περιορισμένο οικιακό χώρο. Μάλιστα, εκτός από το αεράκι του, μεταδίδει και μια πολύ θετική εντύπωση συνόλου, καθώς όλα τα πρόσωπα αναδεικνύονται εξίσου σημαντικά για το μυθοπλαστικό και παραστασιακό μωσαϊκό. Ανάμεσά τους, δίπλα στην έμπειρη Έφη Σταμούλη (Λιουμπόφ Αντρέγεβνα), τον συμπαθητικά αδέξιο Επιχόντοφ του Γιώργου Δημητριάδη και το δίδυμο Στάθη Μαυρόπουλου (Γκάγεφ)-Γιώργου Φράγκογλου (Φιρς) – κυρίως για την ωραία σχέση που αναπτύσσουν –, δύο παρουσίες ξεχωρίζουν: η γεροντοκορίστικα σοβαρή και κατά βάθος τρυφερότατη Βάρια της Άννας Βούλγαρη και, κυρίως ο νεαρός Μιχάλης Συριόπουλος, για την εντυπωσιακή αυθεντικότητα και την προσωπικότητα της ερμηνείας του, στον ρόλο του πλούσιου, πλην άξεστου, αλλά όχι αντιπαθή Λοπάχιν.

Βγαίνοντας, μετά το πέρας της παράστασης, στον σκοτεινό κήπο της βίλας, δεν μπορέσαμε να μην αναρωτηθούμε: όταν κάθε βράδυ σβήνουν τα φώτα και κλείνουν οι πόρτες, τί άραγε να σκέφτεται ο Μεχμέτ Καπαντζή, αντικρίζοντας στις κάμαρές του το απομεινάρι του γερο-Φιρς;

Έντυπο: http://egnatiapost.gr

Συντάκτης: Ζωή Βερβεροπούλου

Ημερομηνία δημοσίευσης: 08.03.2013

Παράσταση: Βυσσινόκηπος