Δημοσιεύματα
ΥΠΠΟ του μηδενός, με το θέατρο υπό το μηδέν
Οι μικρές θεατρικές σκηνές της Θεσσαλονίκης, ευάριθμες, φυτοζωούσες και ολιγομελείς, κάνουν αξιόλογη δουλειά στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Απευθύνονται σε συγγενείς, φίλους και φίλους φίλων με έργα που δεν χρειάζονται σκηνικά και που μπορούν να διεκπεραιωθούν με, συνήθως, δύο έως πέντε ηθοποιούς.
Διαφορετική είναι η δυνατότητα, η σημασία και η εμβέλεια των δύο θεάτρων μείζονος κλίμακας στο κοινό της πόλης και της ευρύτερης περιοχής με κλασικό και μοντέρνο ρεπερτόριο, ελληνικό και ξένο, εναλλασσόμενο δραματολόγιο εδώ και δεκαετίες. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) και η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, παρά την αυτονόητη διαφορά κλίμακας που έχουν μεταξύ τους (η οποία αντανακλάται περισσότερο στο λειτουργικό από όσο στο δραματουργικό πεδίο), αποτελούν τα μόνα μητροπολιτικά θέατρα μιας επικράτειας που ο πληθυσμός της ξεπερνάει το εκατομμύριο. Πρόσφατα η Πειραματική ανακοίνωσε ότι σε περίπου δύο μήνες αναστέλλει τη λειτουργία της. Μου φαίνεται πως είναι ζήτημα χρόνου να την ακολουθήσει και το ΚΘΒΕ.
Γνωρίζω τα δύο θέατρα αρκετά καλά, στην περίπτωση μάλιστα του ΚΘΒΕ και από μέσα αφού το υπηρέτησα από θέσεις ευθύνης. Η Πειραματική Σκηνή επιβίωνε πάντοτε με τη βοήθεια της κρατικής επιχορήγησης, που όσο μικρή και αν ήταν, αποτελούσε απαραίτητο συμπλήρωμα των εσόδων από τα εισιτήρια. Πώς τα κατάφερνε είναι γνωστό σε όλους μας – με συμβολικές αμοιβές όλων των συντελεστών της, την πρόκληση γι’ αυτούς να παράγουν άρτιο θέατρο ποιότητας και τη στήριξη του κοινού. Η δημιουργία της από τον θεατρολόγο Νικηφόρο Παπανδρέου και ένα επιτελείο καταξιωμένων συνεργατών και η υψηλή ποιότητα των παραστάσεών τους συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο του επιπέδου και της δουλειάς της κρατικής σκηνής. Χάρη στην Πειραματική παρατηρήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τηρουμένων των αναλογιών, ο διπολισμός των διαφορετικών προσεγγίσεων της θεατρικής πράξης που υπήρχε παλιά στην Αθήνα μεταξύ Εθνικού και Θεάτρου Τέχνης. Με ευεργετικά αποτελέσματα για την ποιότητα και των δύο πόλων υπέρ του τελικού αποδέκτη που ήταν το κοινό.
Τα ψίχουλα της κρατικής επιχορήγησης δεν πέφτουν πλέον από το τραπέζι των αρμοδίων – όχι μόνο προς την Πειραματική αλλά και προς τα άλλα έως πρόπερυσι επιχορηγούμενα θέατρα. Η Πειραματική αγωνίστηκε χωρίς αυτά επί ενάμιση χρόνο, συνεχίζοντας να παρέχει εναλλασσόμενο δραματολόγιο υψηλής στάθμης και απαιτητικές παραγωγές, μέχρι που λύγισε από τα χρέη και την αδυναμία να ανταποκριθεί ακόμα και στις ανελαστικές λειτουργικές δαπάνες της.
Δεν έχει νόημα να απευθύνει κανείς αιτιάσεις, παραινέσεις, οδηγίες στους αρμοδίους. Έτσι και αλλιώς, η πολιτεία του σημερινού υπουργού δείχνει ότι δεν τον ενδιαφέρει να ασχοληθεί με το όνομά του η ιστορία (εννοώ η μικροϊστορία του θεάτρου στην Ελλάδα). Μονάχα ανάμεσα στους ανθρώπους που πηγαίνουν στο θέατρο, κάποιοι, ίσως, θα τον θυμούνται για ένα διάστημα ως τον υπουργό κατά τη θητεία του οποίου έκλεισαν το Αμφιθέατρο του Ευαγγελάτου στην Αθήνα και η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, θα μπορούσαν να βοηθήσουν ορισμένοι άνθρωποι, προπάντων όσοι φιλοδοξούν να προσθέσουν και πολιτιστική αύρα στην επιχειρηματική τους δράση. Ακόμα, με τα δικά τους, περιορισμένα, μέσα ο δήμος και το ΑΠΘ, που ήδη πήραν πρωτοβουλίες σε αυτήν την κατεύθυνση, μπορούν να δώσουν μια ελπιδοφόρα δυναμική στο κοντινό μέλλον.
* Ο καθηγητής Αντώνης Κωτίδης έχει διατελέσει πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Στοιχεία δημοσιεύματος
Έντυπο: Η Καθημερινή
Συντάκτης: Αντώνης Κωτίδης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 22.01.2012
