Στην εξοχή,Μάρτιν Κριμπ

Δημοσιεύματα

Ένας «φασαριόζικος Βυσσινόκηπος» στο ΜΙΕΤ

Ο συγγραφέας του το ήθελε κωμωδία. Ο Στανισλάφσκι στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το σκηνοθέτησε ως δράμα. Οι συντελεστές της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης» επιλέγουν ένα «φασαριόζικο» ανέβασμα για το «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ, που από τις 8 Φεβρουαρίου θα «ανθίσει» στη... Βίλα Καπαντζή, όπου στεγάζεται το Πολιτιστικό Κέντρο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (Β. Ολγας 108, τηλ. 2310/295.170). Ετσι η σάλα του 1ου ορόφου θα στεγάσει τις πολλές μορφές της απώλειας. Της απώλειας μιας περιουσίας και ενός κατεστημένου που τη συνοδεύει, όπως ξετυλίγεται στο έργο, την απώλεια της θεατρικής στέγης -για μια ομάδα που 19 χρόνια είχε το δικό της χώρο έκφρασης, το θέατρο «Αμαλία»- αλλά κυρίως την απώλεια σε προσωπικό επίπεδο. Ενδεχομένως, όμως, να στεγάζει και την ελπίδα για τη συνέχεια στο σήμερα και το αύριο. Η σκηνοθέτρια της παράστασης Χριστίνα Χατζηβασιλείου μιλάει στον «ΑτΚ» για όλα τα παραπάνω.

Ποια είναι τα στοιχεία που σας γοητεύουν στο «Βυσσινόκηπο»;

Με γοητεύει ο ίδιος ο Τσέχοφ, επειδή νομίζω ότι είναι από τους ελάχιστους -και γι' αυτό παραμένει κλασικός- που αναμοχλεύουν τα συναισθήματα των ανθρώπων. Βάζοντάς τους μέσα σε μια τετριμμένη καθημερινότητα μιλάει με εύστοχο τρόπο για τα μικρά της ζωής. Αυτό που αγαπώ πάρα πολύ είναι ότι ο Τσέχοφ με αφορμή την επικείμενη πώληση μιας βίλας και όλης της περιουσίας που την ακολουθεί καταφέρνει να μιλήσει για τη νοσταλγία του παρελθόντος και την οδύνη της απώλειας, και όχι μόνο της απώλειας που αφορά σε περιουσιακά στοιχεία, αλλά και της προσωπικής απώλειας του καθενός. Γιατί πέρα από ένα περιουσιακό στοιχείο, όπως κάθε σπίτι κρύβει πολλές ιστορίες, αλλά και ένα θάνατο -αυτό του μικρότερου γιου της Λιουμπόφ. Είναι ένα έργο που με αφορμή την πώληση καταφέρνει και μιλάει για το φθοροποιό χρόνο, για τη νοσταλγία μέσα από πολύ χιούμορ και με ανοιχτή κόντρα με το θέατρο Τέχνης της Μόσχας και τον Στανισλάφσκι, επιμένοντας ότι είναι κωμωδία, με απροκάλυπτα κωμικά στοιχεία.

Η αλήθεια είναι ότι ο Τσέχοφ γράφοντας το «Βυσσινόκηπο» το 1903 τον «ήθελε» κωμωδία, αλλά σκηνοθετήθηκε σαν δράμα από τον Στανισλάφσκι στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, προκαλώντας την απογοήτευσή του. Εσείς του κάνετε το χατίρι;

Του κάνω το χατίρι επειδή τον αγαπώ πολύ. Και μόνον ότι επιλέγω έναν πολύ συγκεκριμένο χώρο, μη θεατρικό, όπως είναι η Βίλα Καπαντζή, είναι ένα καλό πρώτο στοιχείο παρουσίασης της ιστορίας ενώπιον λίγων θεατών, που γίνονται μέρος της οικογένειας αυτής και που θα ζήσουν από πολύ κοντά -στο μισό μέτρο- την αναστάτωση και τη συμβίωση 12 ανθρώπων. Αυτό από μόνο του έχει πολλά κωμικά στοιχεία. Εχει «φασαρία» το ανέβασμά μας και με 12 ανθρώπους ένα σπίτι δεν ησυχάζει ποτέ. Η ισορροπία, πάντως, που κρατιέται είναι πολύ καλή. Ετσι δουλεύοντας πολλούς μήνες, διατηρούνται και τα αυτόνομα δραματικά στοιχεία, που δεν μπορείς να τα υποσκελίσεις, ενώ ανασύρουμε και προβάλλουμε όλα τα κωμικά στοιχεία του.

Περίπου έναν αιώνα μετά πόσο επίκαιρος μπορεί να είναι ο «Βυσσινόκηπος» και πόσο μοιάζει με «Βυσσινόκηπο» η Ελλάδα;

Η προβολή του παρελθόντος στο σήμερα είναι σχεδόν αυτονόητη και ευανάγνωστη, αν και όχι στο στήσιμο της παράστασης. Ετσι και αλλιώς στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε κατακλυζόμαστε από όλη αυτήν την προβολή και το ιστορικό επίκεντρο των παραστάσεων γίνεται με βάση το κοινωνικό παρόν που ζούμε. Εξάλλου, θεωρώ ότι ο «Βυσσινόκηπος» -ήδη από την εποχή του Τσέχοφ- εστιάζοντας σε μια οικογενειακή ιστορία διαρθρώνει όλο το κοινωνικό στρόβιλο του καιρού του. Πέρα από αυτό, επιμένω στην αλήθεια του κείμενου, καθώς ο Τσέχοφ καταπιάνεται με τις μικρές καθημερινές ιστορίες και αυτές είναι που μας ενδιαφέρουν. Γιατί η Ιστορία τελικά από αυτές τις μικρές και ανομολόγητες ιστορίες γράφεται. Και ξέρετε, για μας όλους τους συντελεστές, η απώλεια είναι διπλά συμβολική -αφού πέρα απ' αυτό που συμβαίνει γενικότερα στην Ελλάδα, ειδικότερα μας αφορά ως προς την απώλεια της θεατρικής στέγης της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης», το θέατρο «Αμαλία». Και τον πρώτο καιρό το φορτίο της απώλειας του θεάτρου ήταν μεγάλο. Ωστόσο, όλο αυτό λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα και ένα από αυτά είναι και το γεγονός ότι πρέπει να προσαρμοζόμαστε.

Ποιος είναι ο δικός σας σκηνοθετικός άξονας και πόσο διευκολύνει ή δυσκολεύει το ανέβασμα στο εσωτερικό μιας διατηρητέας κατοικίας;

Οταν έγινε η πρόταση για το ανέβασμα του έργου, σκεφτόμουν ότι επειδή ακριβώς μιλάει για απώλεια περιουσιακή, όπως συνέβη και με την Πειραματική, έπρεπε να αποδείξω στον εαυτό μου και στους υπόλοιπους ότι θέατρο μπορεί να γίνεται και εκτός θεάτρου (με την έννοια της κλασικής έννοιας του χώρου) και θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ το ΜΙΕΤ για την παραχώρηση αυτού του τόσο ξεχωριστού χώρου. Από εκεί και πέρα ήθελα να φέρω τον καλώς εννοούμενο νατουραλισμό δίπλα στο θεατή και όχι το σχεδόν κλασικό τσεχοφικό και αναγνωσμένο λίγο έως βαρετό ανέβασμα. Ηθελα μια παράσταση που να σφύζει από ζωή, με πολλές παράλληλες δράσεις και πολλή «φασαρία», όπως είπαμε, αλλά και σιωπές. Χρησιμοποιούμε όλο το χώρο του ισογείου ως ένα κανονικό σπίτι για να ξετυλίξουμε μια άχρονη ιστορία, αν και με κάποια νοσταλγικά στοιχεία. Και όλα αυτά με άξονα την ίδια τη ζωή, όπως τη βιώνουμε στην καθημερινότητα. Χωρίς μεγάλα λόγια από μεγάλα στόματα, αλλά τη συγκατοίκηση και το μη «timing» όπως συμβαίνει γύρω μας.

Τη μετάφραση υπογράφει η Χρύσα Προκοπάκη, η σκηνοθεσία είναι της Χριστίνας Χατζηβασιλείου, η οργάνωση του σκηνικού χώρου των Αλεξάνδρας Μπουσουλέγκα και Ράνιας Υφαντίδου και οι φωτισμοί της Μαρίας Λαζαρίδου (η οποία είναι και βοηθός σκηνοθέτη). Παίζουν οι Εφη Σταμούλη, Στάθης Μαυρόπουλος, Γιώργος Φράγκογλου, Σοφία Βούλγαρη, Κυριάκος Δανιηλίδης, Γιώργος Δημητριάδης, Αννα Ευθυμίου, Μάριος Μεβουλιώτης, Ηλίας Παπαδόπουλος, Μιχάλης Συριόπουλος και Μαρίτα Τσαλκιτζόγλου.

Έντυπο: Αγγελιοφόρος της Κυριακής

Συντάκτης: Γιώτα Σωτηροπούλου

Ημερομηνία δημοσίευσης: 27.01.2013

Παράσταση: Βυσσινόκηπος