Μέρες ολόκληρες, νύχτες ολόκληρες,Ξαβιέ Ντυρενζέ

Δημοσιεύματα

Θαλερή «Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης"»

Ο θίασος μας συστήνει τον άγνωστο, στην Ελλάδα και διεθνώς, Γάλλο, πρώην ερασιτέχνη ηθοποιό, δημιουργό της θεατρικής ομάδας «Louis Broyillard», σκηνοθέτη και δραματουργό της, Ζοέλ Πομερά, ανεβάζοντας το έργο του «Οι έμποροι» (το τρίτο σκέλος μια τριλογίας), σε λιτή γλωσσικά μετάφραση και εξίσου λιτή, σεβαστικά και πειθαρχικά ακολουθούσα τη δραματουργική και αισθητική άποψη του συγγραφέα, σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη.

«Οι έμποροι» του Πομερά, είναι ένα απολύτως πολιτικό, χωρίς ίχνος πολιτικολογίας έργο και με άκρως ιδιόμορφη γραφή. Ενώ είναι ένας απόλυτα αφηγηματικός μονόλογος, εμπεριέχει τη βουβή δράση - δράση αναπαραστατική ή αντιστικτική - άλλων επτά προσώπων, τα οποία αναφέρει η μονολογούσα αφηγήτρια. Στην αφηγήτρια όπως και στα άλλα αναφερόμενα από αυτήν πρόσωπα, ο συγγραφέας δε δίνει όνομα, τόπο γέννησης, διαμονής, εθνικότητα, αφού πολύμορφα δύστυχοι άνθρωποι σαν κι αυτούς είναι πια διεθνώς αμέτρητοι στους καιρούς μας. Το έργο, αποτέλεσμα έρευνας, αποτυπώνει «εικόνες» της εφιαλτικής εργασιακής - κατ' επέκταση και της κοινωνικής - πραγματικότητας στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Η πολιτικά ανίδεη αφηγήτρια, κάτοικος μιας μικρής πόλης, εργάτρια - όπως και οι 20 χιλιάδες ενεργών κατοίκων στο μοναδικό εργοστάσιο της πόλης, το οποίο παράγει υλικό για σύγχρονους πολέμους, με το κορμί της τσακισμένο και πονεμένο από τη μονότονα και εξαντλητικά μηχανοποιημένη χρήση των χεριών της στο εργοστάσιο, διηγείται - σχεδόν ψυχρά - το δράμα μιας «φίλης» της. Η «φίλη» είναι μια αβοήθητη από την οικογένειά της απολυμένη εργάτρια, ανήμπορη να ζήσει το μικρό παιδί της και να πληρώσει τα δάνεια για αγορά διαμερίσματος και αυτοκινήτου. Ψυχολογικά συντριμμένη, μετά από μια έκρηξη στο εργοστάσιο, που με άνωθεν αποφάσεις οδηγείται στο κλείσιμο, για να μη βρεθούν στη θέση της 20 χιλιάδες εργατών, για να συγκινήσει τους «αρμοδίους» προσφέρει θυσία την έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη ζωή του παιδιού της, ρίχνοντάς το από το σπίτι της στο κενό. Ο Πομερά πονά, ανησυχεί για το αύριο του ανίσχυρου, παθητικού, κοινωνικά ασυνειδητοποίητου εργαζόμενου ανθρώπου, που όπως η αφηγήτρια έχει καταντήσει να μη θεωρεί απαράβατο κοινωνικό και δημοκρατικό δικαίωμά του για εργασία αλλά «μεγάλη τύχη» και να μη νιώθει οργή και αλληλεγγύη, αλλά οίκτο για τον άνεργο θεωρώντας τον «ανίκανο», «ανύπαρκτο», «μηδαμινό». Ο Πομμερά διά στόματος της αφηγήτριας τονίζει: «πουλάμε την εργασία μας, πουλάμε το χρόνο μας. Οτιδήποτε πολύτιμο διαθέτουμε. Την ίδια τη ζωή μας. Είμαστε έμποροι της ζωής μας». Το ιδιόμορφο αλλά πολύ ενδιαφέρον και θεματολογικά σπουδαίο έργο, υπηρετήθηκε απολύτως από τη σκηνοθεσία, από το λιτά συμβολικό σκηνικό και τα κοστούμια της Μαρίας Καβαλιώτη, τους «σκοτεινούς» φωτισμούς του Χρήστου Γιαλαβούζη, τη βουβά εκφραστική υποκριτική όλων των ηθοποιών, με κορυφαία τη λιτότατου, εσώτατα αληθινού, δυναμικά υπονοηματικού ερμηνευτικού λόγου της Έφης Σταμούλη (αφηγήτρια).

Έντυπο: Ριζοσπάστης

Συντάκτης: Θυμέλη

Ημερομηνία δημοσίευσης: 10.12.2008

Παράσταση: Οι έμποροι